Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προπόνηση

Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι. → Go tell the Spartans, stranger passing by, that here, obedient to their laws, we lie.
Simonides of Kea

Greek Monolingual

η, Ν
(αθλ.) προγύμναση ενός αθλητή ή μιας αθλητικής ομάδας με στόχο τη διατήρηση της αγωνιστικότητας αλλά και την τεχνική και φυσική βελτίωση κάθε αγωνιζόμενου, προγύμναση που γίνεται μεθοδικά έτσι ώστε οι αθλητές να παρουσιάζουν τη μέγιστη απόδοσή τους στην κατάλληλη στιγμή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < προπονώ. Η λ., στον λόγιο τ. προπόνησις, μαρτυρείται από το 1896 στην εφημερίδα Ακρόπολις].