σαοσίμβροτος

From LSJ

Οἶνος γὰρ ἐμποδίζει → Vinum impedit → Denn Wein behindert

Menander, Monostichoi, 427
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: σᾰοσίμβροτος Medium diacritics: σαοσίμβροτος Low diacritics: σαοσίμβροτος Capitals: ΣΑΟΣΙΜΒΡΟΤΟΣ
Transliteration A: saosímbrotos Transliteration B: saosimbrotos Transliteration C: saosimvrotos Beta Code: saosi/mbrotos

English (LSJ)

σαοσίμβροτον,= σαόμβροτος, Hsch.

German (Pape)

[Seite 861] Menschen rettend, erhaltend, Hesych.

Greek (Liddell-Scott)

σαοσίμβροτος: -ον, = σαόμβροτος, ἀμφίβολ. παρ’ Ἡσυχ. «σῴζων ἀνθρώπους».

Greek Monolingual

-ον, Α
(κατά τον Ησύχ.) «σαόμβροτος».
[ΕΤΥΜΟΛ. < σάος / σῶς «σώος (κατά τα σωσι-) + -μβροτος (< βροτός «θνητός» < μρατός, βλ. λ. βροτός), πρβλ. τερψίμβροτος].