Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σκιάχτρο

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη -> The first and best victory is to conquer self.
Plato, Laws 626e

Greek Monolingual

το, Ν
1. καθετί που προκαλεί φόβο, φόβητρο
2. ομοίωμα ανθρώπου που χρησιμοποιείται από τους αγρότες ως μέσο για την απομάκρυνση τών πουλιών και άλλων ζώων που βλάπτουν τις καλλιέργειες
3. μτφ. α) πολύ άσχημος άνθρωπος
β) κακοποιός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αόρ. έσκιαξα του σκιάζω «φοβίζω» + επίθημα -τρο (πρβλ. πλήττω: έπληξα: πλήκ-τρο)].