Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σουσάμι

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

το / σησάμιον, ΝΜΑ, και σησάμι Ν, και σησάμιν Μ
ο καρπός, τα σπέρματα του φυτού σήσαμο, που χρησιμοποιούνται ως τροφή του ανθρώπου, ως αρωματικό και για την παραγωγή του σησαμελαίου
νεοελλ.
βοτ. κοινή ονομασία του γένους αγγειόσπερμων δικότυλων φυτών σήσαμο, που ανήκει στην οικογένεια σηδαλιίδες της τάξης σηροφουλαριώδη και κυρίως του είδους Sesamum indicum, που καλλιεργείται από την αρχαιότητα για τα εδώδιμα ελαιούχα σπέρματά του.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. σησάμιον < σήσαμον + επίθημα -ι(ο)ν, ενώ ο νεοελλ. τ. σουσάμι < σησάμιον με τροπή του -η- σε -ου- (πρβλ. ζηλεύω: ζουλεύω, σηπία: σουπιά)].