Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ταξιδεύω

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

και παλ. γρφ. ταξειδεύω, ΝΜ ταξίδι
νεοελλ.
1. μεταβαίνω από έναν τόπο σε άλλον, ιδίως μακρινό, χρησιμοποιώντας μέσο μεταφοράς («μού φαίνεται πως πάω και ταξιδεύω / στην ερμιά του πελάγου», Σολωμ.)
2. περιηγούμαι, κάνω τουρισμό («ταξιδεύει στην Ανατολή»)
3. φρ. «αυτός ο καιρός δεν ταξιδεύεται» — αυτός ο καιρός δεν είναι κατάλληλος για ταξίδι με πλοίο
μσν.
αναλαμβάνω εκστρατεία ή βρίσκομαι σε εκστρατεία.