Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ταξιδεύω

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B

Greek Monolingual

και παλ. γρφ. ταξειδεύω, ΝΜ ταξίδι
νεοελλ.
1. μεταβαίνω από έναν τόπο σε άλλον, ιδίως μακρινό, χρησιμοποιώντας μέσο μεταφοράς («μού φαίνεται πως πάω και ταξιδεύω / στην ερμιά του πελάγου», Σολωμ.)
2. περιηγούμαι, κάνω τουρισμό («ταξιδεύει στην Ανατολή»)
3. φρ. «αυτός ο καιρός δεν ταξιδεύεται» — αυτός ο καιρός δεν είναι κατάλληλος για ταξίδι με πλοίο
μσν.
αναλαμβάνω εκστρατεία ή βρίσκομαι σε εκστρατεία.