Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ταπεινώνω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

ταπεινῶ, -όω, ΝΜΑ ταπεινός
μτφ. μειώνω κάποιον, θίγω την υπερηφάνειά του, τον εξευτελίζω
νεοελλ.
μέσ. ταπεινώνομαι
μειώνεται η υπόληψά μου
μσν.-αρχ.
1. καθιστώ κάποιον μετριοπαθή, μετριόφρονα («ὅστις ὑψώσει ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, καὶ ὅστις ταπεινώσει ἑαυτὸν ὑψωθήσεται», ΚΔ)
2. παθ. ταπεινοῡμαι, -όομαι- επιδεικνύω ταπεινοφροσύνη
αρχ.
1. καθιστώ κάτι χαμηλότερο, χαμηλώνω
2. ελαττώνω τον όγκο, ιδίως φυτού
3. βιάζω, ατιμάζω γυναίκα
4. μτφ. α) περιορίζω («ἐλπίζων διασκεδάσειν τὰ ἐγκλήματα καὶ ταπεινώσειν τὸν φθόνον», Πλούτ.)
β) θεωρώ κάτι ανάξιο λόγου, ασήμαντο
γ) καταπιέζω
5. παθ. α) (για ποταμό) καθίσταμαι πιο αβαθής, πιο ρηχός
β) (για πλανήτες) υφίσταμαι απόκλιση.