Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καταπιέζω

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: καταπῐέζω Medium diacritics: καταπιέζω Low diacritics: καταπιέζω Capitals: ΚΑΤΑΠΙΕΖΩ
Transliteration A: katapiézō Transliteration B: katapiezō Transliteration C: katapiezo Beta Code: katapie/zw

English (LSJ)

A compress, Thphr.Ign.23.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1369] herunter-, niederdrücken, zusammendrücken, Sp., wie Ios.

Greek (Liddell-Scott)

καταπιέζω: πιέζω πρὸς τὰ κάτω, καταθλίβω, Βασίλ. εἰς Γρηγ. Ναζ.- Παθ., Ἀριστ. π. Φυτ. 2. 3, 7.

Greek Monolingual

καταπιέζω)
πιέζω, συνθλίβω, σπρώχνω προς τα κάτω
νεοελλ.
μτφ.
1. στενοχωρώ υπερβολικά κάποιον, τον βασανίζω, τον τυραννώ ψυχολογικώς ή σωματικώς
2. στερώ την ελευθερία και τα δικαιώματα κάποιου με τη βία, καταδυναστεύω.