Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τζογαδόρος

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

ο, Ν
1. αυτός που κόβει τα χαρτιά, μπαγκαδόρος
2. συστηματικός, μανιώδης χαρτοπαίκτης
3. (παροιμ.-φρ.) «του τζογαδόρου η μάνα μια μέρα γελά και μια μέρα κλαίει» — δηλώνει ότι τα κέρδη από τα τυχερά παιχνίδια είναι εφήμερα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. giocatore «παίκτης»].