Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τριπάρθενος

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: τριπάρθενος Medium diacritics: τριπάρθενος Low diacritics: τριπάρθενος Capitals: ΤΡΙΠΑΡΘΕΝΟΣ
Transliteration A: tripárthenos Transliteration B: triparthenos Transliteration C: triparthenos Beta Code: tripa/rqenos

English (LSJ)

ον,

   A consisting of three virgins, ζεῦγος E.Fr.357.

Greek (Liddell-Scott)

τρῐπάρθενος: -ον, ὁ ἀποτελούμενος ἐκ τριῶν παρθένων, ζεῦγος τριπάρθενον, «Εὐριπίδης Ἐρεχθεῖ... καταχρηστικῶς ἐπὶ τριῶν τὸ ζεῦγος ἔθηκε» Ἡσύχ. ἐν λ. ζεῦγος τριπάρθενον (Εὐρ. Ἀποσπάσ. 259), ἴδε Σοφ. Ἀποσπ. 490· πρβλ. τριζυγής.

Greek Monolingual

-ον, Α
ομάδα από τρεις παρθένους, από τρεις κόρες.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τρι- + παρθένος.

Russian (Dvoretsky)

τρῐπάρθενος: состоящий из трех девушек (ζεῦγος Soph., Eur.).