Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τρομάρα

Ἀλλ’ ἐσθ’ ὁ θάνατος λοῖσθος ἰατρός κακῶν -> But death is the ultimate healer of ills
Sophocles, Fragment 698

Greek Monolingual

η, Ν
1. ζωηρός και αιφνίδιος φόβος, τρόμος («ανήσυχου ονείρου τρομάρα», Σολωμ.)
2. φρ. α) «τρομάρα σου!»
(ειρωνικά) δυστυχία σου!
β) «τρομάρα στα μπατζάκια σου!» — σκωπτική φράση για δειλό και φοβισμένο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τρόμος + μεγεθ. κατάλ. -άρα (πρβλ. ποδ-άρα)].