Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τιποτένιος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

-α, -ο, Ν
1. ασήμαντος, χωρίς καμία αξία, μηδαμινός
2. (για πρόσ.) άθλιος, ελεεινός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τίποτα / τίποτε + κατάλ. -ένιος (πρβλ. λαστιχ-ένιος)].