Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

υπερήφανος

Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι. -> Go tell the Spartans, stranger passing by, that here, obedient to their laws, we lie.
Simonides of Kea

Greek Monolingual

-η, -ο / ὑπερήφανος, -ον, ΝΜΑ, και δωρ. τ. ὑπεράφανος, -ον, Α
(με θετ. και αρνητική σημ.)
1. (για πρόσ.) περήφανος
2. (για ανθρώπινες εκδηλώσεις) αυτός που ενέχει και δηλώνει έπαρση, που φανερώνει αλαζονεία.
επίρρ...
υπερήφανα / ὑπερηφάνως ΝΜΑ
με υπερήφανο τρόπο
αρχ.
1. (σπάν. με θετ. σημ.) με μεγαλοπρέπεια
2. φρ. «ὑπερηφάνως ζῶ» — διάγω άσωτο, δαπανηρό βίο (Πλάτ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Εκφραστικός όρος αβέβαιης ετυμολ., ο οποίος είναι σύνθ. με α' συνθετικό την πρόθεση ὑπέρ και εμφανίζει συνδετικό φωνήεν -η-, πιθ. αναλογικά προς το ὑπερήνωρ, ενώ παραμένει δυσερμήνευτο το β' συνθετικό της λ., για το οποίο έχουν διατυπωθεί διάφορες υποθέσεις. Κατά μία άποψη, το β' συνθετικό έχει προέλθει από το ρ. φαίνομαι, οπότε η λ. ὑπερήφανος έχει τη σημ. «αυτός που φαίνεται, που προβάλλεται πάνω από τους άλλους». Κατ' άλλους, το επίθ. ὑπερήφανος έχει σχηματιστεί υποχωρητικά από τον ομηρικό τ. ὑπερηφανέοντες (για τη μορφή του τ. πρβλ. ὑπερηνορέοντες), ο οποίος έχει προέλθει — με παρετυμολογική επίδραση του ρ. φαίνομαι — από αμάρτυρο τ. ὑπερηφενέοντες, εκτεταμένο τ. ενός ὑπερηφενής (πρβλ. δυσμεν-έων: δυσμενής) με σημ. «πολύ πλούσιος», σύνθετου από το ὑπέρ και τη λ. ἄφενος
«πλούτος». Τέλος, έχει διατυπωθεί η άποψη ότι η λ. προήλθε από έναν τ. ὑπερηφών, σχηματισμένο αναλογικά προς το ομηρ. κατηφών, παρλλ. τ. του κατηφής.