Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

υπερευαισθησία

Ὁ δὲ μὴ δυνάμενος κοινωνεῖν ἢ μηδὲν δεόμενος δι' αὐτάρκειαν οὐθὲν μέρος πόλεως, ὥστε ἢ θηρίονθεός → Whoever is incapable of associating, or has no need to because of self-sufficiency, is no part of a state; so he is either a beast or a god
Aristotle, Politics

Greek Monolingual

η, Ν
1. υπερβολική ευαισθησία
2. υπερβολική ευθιξία
3. ιατρ. ανοσιακή αντίδραση στη δεύτερη επαφή με ένα αντιγόνο, η οποία χαρακτηρίζεται από υπέρμετρη απόκριση τών μηχανισμών της χυμικής ή της κυτταρικής ανοσίας
4. (φυτοπαθολ.) αυξημένη ευαισθησία και έντονη αντίδραση ενός φυτού στην προσβολή από έναν συγκεκριμένο παθογόνο οργανισμό ή ιό, η οποία προκαλεί την άμεση νέκρωση του ιστού στο σημείο προσβολής ώστε να παρεμποδιστεί με τον τρόπο αυτό η περαιτέρω επέκταση της μόλυνσης, αλλ. υπερευπάθεια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < υπερ- + ευαισθησία. Η λ. μαρτυρείται από το 1853 στον Κ. Πωπ].