Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

υστερογενής

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

-ές / ὑστερογενής, -ές, ΝΜΑ
υστερόχρονος, μεταγενέστερος
νεοελλ.
1. αυτός που γεννήθηκε τελευταίος ή μετά τον θάνατο του πατέρα
2. αυτός που γεννήθηκε μετά τον πρωτότοκο αδελφό, δευτερότοκος
αρχ.
το ουδ. ως ουσ. τὸ ὑστερογενές
το τέλος.
επίρρ...
υστερογενώς / ὑστερογενῶς ΝΜΑ
μεταγενέστερα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὕστερος + -γενής (< γένος < γίγνομαι), πρβλ. πρωτο-γενής].