Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φάγημα

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: φάγημα Medium diacritics: φάγημα Low diacritics: φάγημα Capitals: ΦΑΓΗΜΑ
Transliteration A: phágēma Transliteration B: phagēma Transliteration C: fagima Beta Code: fa/ghma

English (LSJ)

[φᾰ], ατος, τό,

   A food, victuals, Anon. ap. Suid., Demetr. Sceps. ap. Ath.3.91d, PMag.Berol.1.23.

German (Pape)

[Seite 1249] τό, das Essen, die Speise, Suid.

Greek (Liddell-Scott)

φάγημα: τό, τροφή, ἔδεσμα, φαγητόν, παρὰ Σουΐδ., Δημήτρ. Σκ?ψιος παρ’ Ἀθην. 91D. ― Ἴδε Κόντου Φιλολογικὰ Ποικίλα ἐν Ἀθηνᾶς τόμ. Αϳ, σ. 105.

Spanish

alimento

Greek Monolingual

-ήματος, τὸ, Α
τροφή, φαγητό.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. φαγ- του αορ. β' του ρ. ἐσθίω «τρώγω» (βλ. λ. φαγεῖν) + κατάλ. -ημα (πρβλ. τράγ-ημα < θ. τραγ- του τρώγω)].