Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φορεύς

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: φορεύς Medium diacritics: φορεύς Low diacritics: φορεύς Capitals: ΦΟΡΕΥΣ
Transliteration A: phoreús Transliteration B: phoreus Transliteration C: foreys Beta Code: foreu/s

English (LSJ)

gen. έως, Ep. ῆος, ὁ,

   A bearer, carrier, Il.18.566, A.R.1.132.    II litter-bearer, Plu.Art.22.    III [ἵππος] φ. pack-horse, sumpter-horse, Id.Aem.19.

German (Pape)

[Seite 1299] ὁ, der Träger; Il. 18, 566; ἰῶν Ap. Rh. 1, 132; bes. der Sänftenträger, Plut. Artax. 22; ἵππος φορεύς, Pack-, Saumroß, Aem. Paull. 19.

Greek (Liddell-Scott)

φορεύς: γεν. έως, Ἰων. ῆος, ὁ, ὁ βαστάζων ἢ φέρων τι, μία δ’ οἴη ἀταρπιτὸς ἦεν…, τῇ νίσσοντο φορῆες, ὅτε τρυγόῳεν ἀλωὴν Ἰλ. Σ. 566 κἑξ.· ἰῶν τε φορεὺς φύλακός τε βιοῖο Ἀπολλ. Ρόδ. Α. 132, κλπ. ΙΙ. ὁ μεταφέρων τινὰ ἐπὶ φορείου, Πλουτ. Ἀρτοξ. 22. ΙΙΙ. ἵππος φορεύς, φορτηγός, σκευοφόρος ἵππος· ὁ αὐτ. ἐν Αἰμιλ. 19. ― Καθ’ Ἡσύχ.: «φορεῖς· οἱ τὴν μεταλλικὴν ὕλην ἐκκομίζοντες παῖδες. καὶ οἱ τῶν ἀσπίδων ἱμάντες. καὶ οἱ φέροντες».

French (Bailly abrégé)

έως (ὁ) :
1 porteur, portefaix;
2 ἵππος φορεύς PLUT cheval de somme.
Étymologie: φορέω.

English (Autenrieth)

ῆος: carrier, of grapes in the wine-harvest, vintager, Il. 18.566†.

Greek Monolingual

-έως, ὁ, Α
βλ. φορέας.

Greek Monotonic

φορεύς: γεν. -έως, Ιων. -ῆος, (φέρω), μεταφορέας, σε Ομήρ. Ιλ.· ἵππος φορεύς, μουλάρι, ημίονος για φόρτωμα, σε Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

φορεύς: έως adj. m вьючный (ἵππος Plut.).
έως ὁ
1) носильщик Hom.;
2) носильщик паланкина, лектикарий Plut.

Middle Liddell

φορεύς, έως, φέρω
a bearer, carrier, Il.: ἵππος φορεύς a pack- horse, Plut.