Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χάβος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: χάβος Medium diacritics: χάβος Low diacritics: χάβος Capitals: ΧΑΒΟΣ
Transliteration A: chábos Transliteration B: chabos Transliteration C: chavos Beta Code: xa/bos

English (LSJ)

ὁ,

   A = κημός, Sch.Ar.Eq.1147.

German (Pape)

[Seite 1324] ὁ, = κημός, Schol. Ar. Equ. 1147.

Greek (Liddell-Scott)

χάβος: ὁ, μεταγεν. λέξις ἀντὶ τοῦ κημός, «κημός, ὁ χάβος, ὁ περιτιθέμενος τοῖς ἵπποις» Σχόλ. εἰς Ἀριστοφ. Ἱππ. 1147, Μοσχόπουλος περὶ Σχεδῶν ἐν λ. φιμός, «χάβον, περιστόμιον, καπίστριον» Κυρίλλου Λεξικ. ἐν Mnemosyne τ. 3, σ. 358.

Greek Monolingual

ο, ΝΑ
νεοελλ.
γκρεμός
αρχ.
κημός, φίμωτρο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. συνδέεται πιθ. με τον τ. χαβός].

Frisk Etymology German

χάβος: {khábos}
Meaning: κημός (Sch.Ar. Eq. 1147).
Derivative: Daneben χαβόν· καμπύλον, στενόν, auch χαμόν· καμπύλον H.
Etymology : Unerklärt; zur Bildung vgl. στραβός u.a. Seit langem (Pott und Benfey; s. Curtius 198) mit lat. hāmus Haken, Angelhaken verglichen; darüber W.-Hofmann s.v. m. Lit.
Page 2,1061