Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χαλαρώνω

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

χαλαρῶ, -όω, ΝΜΑ χαλαρός
1. καθιστώ χαλαρό κάτι, ξεσφίγγω
2. μετριάζω την ένταση
νεοελλ.
1. (αμτβ.) α) γίνομαι χαλαρός («χαλάρωσε το σχοινί»)
β) γίνομαι πλαδαρός («χαλάρωσε το δέρμα μου»)
2. μτφ. α) μειώνεται η έντασή μου (α. «χαλάρωσαν οι αντιδράσεις» β. «χαλάρωσαν τα αστυνομικά μέτρα»)
β) αφήνω τα μέλη του σώματός μου σε άνετη στάση.