Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χαλκάρματος

Ὁ δὲ μὴ δυνάμενος κοινωνεῖν ἢ μηδὲν δεόμενος δι' αὐτάρκειαν οὐθὲν μέρος πόλεως, ὥστε ἢ θηρίονθεός -> Whoever is incapable of associating, or has no need to because of self-sufficiency, is no part of a state; so he is either a beast or a god
Aristotle, Politics
Full diacritics: χαλκάρμᾰτος Medium diacritics: χαλκάρματος Low diacritics: χαλκάρματος Capitals: ΧΑΛΚΑΡΜΑΤΟΣ
Transliteration A: chalkármatos Transliteration B: chalkarmatos Transliteration C: chalkarmatos Beta Code: xalka/rmatos

English (LSJ)

ον,

   A with brazen chariot, epith. of Ares, Pi.P.4.87.

German (Pape)

[Seite 1329] mit ehernem Wagen, auf ehernem Wagen fahrend, πόσις Ἀφροδίτας, Pind. P. 4, 87, d. i. Ares.

Greek (Liddell-Scott)

χαλκάρμᾰτος: -ον, ὁ ἔχων χαλκοῦν ἅρμα, ἐπίθ. τοῦ Ἄρεως, χαλκάρματος πόσις Ἀφροδίτας Πινδ. Π. 4. 155.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
au char d’airain.
Étymologie: χαλκός, ἅρμα.

English (Slater)

χαλκάρμᾰτος
   1 with bronze chariot epith. of Aresχαλκάρματος πόσις Ἀφροδίτας” (P. 4.87)

Greek Monolingual

-ον, Α
(για τον Άρη) αυτός που είναι πάνω σε χάλκινο άρμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χαλκ(ο)- + -άρματος (< ἅρμα, -ατος), χρυσ-άρματος].

Greek Monotonic

χαλκάρμᾰτος: -ον (ἅρμα), αυτός που έχει χάλκινο άρμα, σε Πίνδ.

Russian (Dvoretsky)

χαλκάρμᾰτος: едущий на медной (бронзовой) колеснице: χ. πόσις Ἀφροδίτας Pind. = Ἄρης.

Middle Liddell

χαλκ-άρμᾰτος, ον, ἅρμα
with brasen chariot, Pind.