Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χαμογελώ

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

-άω, Ν
συσπώ ελαφρώς τα χείλια μου προσδίδοντας ευχάριστη έκφραση στο πρόσωπό μου, μειδιώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επίρρ. χάμω (βλ. και λ. χαμαι-) + γελώ].