Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χρονοκράτωρ

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: χρονοκρᾰτωρ Medium diacritics: χρονοκράτωρ Low diacritics: χρονοκράτωρ Capitals: ΧΡΟΝΟΚΡΑΤΩΡ
Transliteration A: chronokrátōr Transliteration B: chronokratōr Transliteration C: chronokrator Beta Code: xronokra/twr

English (LSJ)

ορος, ὁ,

   A heavenly body dominant for a specified period, Ptol.Tetr. 209.

German (Pape)

[Seite 1378] ορος, ὁ, der Zeitherrscher, astrol. Ausdruck, Ptolem.

Greek (Liddell-Scott)

χρονοκράτωρ: [ᾰ], -ορος, ὁ, ὁ δεσπόζων τοῦ χρόνου, χρονάρχης, ὅρος ἀστρολογικὸς. Πρόκλ. Παράφρ. Πτολεμ. σ. 290. - ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 120.

Greek Monolingual

-ορος, ὁ, Α
αστρολ. ουράνιο σώμα που κυριαρχεί σε ορισμένη χρονική περίοδο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χρόνος + -κράτωρ (βλ. λ. αυτοκράτωρ)].