Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χρονολάβον

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: χρονολάβον Medium diacritics: χρονολάβον Low diacritics: χρονολάβον Capitals: ΧΡΟΝΟΛΑΒΟΝ
Transliteration A: chronolábon Transliteration B: chronolabon Transliteration C: chronolavon Beta Code: xronola/bon

English (LSJ)

[ᾰ], τό,

   A instrument for measuring time, Procl.Hyp. 4.71 (pl.); ἐξ ὑδρολογίου -ου ib.79.

Greek Monolingual

τὸ, Α
όργανο μέτρησης του χρόνου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χρόνος + -λάβον / -λάβος (< θ. λαβ- του λαμβάνω, πρβλ. αόρ. β' -λαβ-ον), πρβλ. άστρο-λάβος, σαρκο-λάβον].