Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰσχυρός

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates
Full diacritics: ἰσχῡρός Medium diacritics: ἰσχυρός Low diacritics: ισχυρός Capitals: ΙΣΧΥΡΟΣ
Transliteration A: ischyrós Transliteration B: ischyros Transliteration C: ischyros Beta Code: i)sxuro/s

English (LSJ)

ά, όν, (ἰσχύς)

   A strong, esp. of personal strength, S.Ph.945, E.Fr.290, etc.; of things, ἰ. βέλος Alc.15.4; ῥεύματα Hdt.8.12; ἰ. χθών hard, A.Pers.310; of food, indigestible, Hp.Art.50; of taste, strong, Thphr.HP7.6.1; of armies, ἰσχυροτέρα φάλαγξ X.Cyr.7.1.30; of places, Th.4.9, X.An.4.6.11, etc.; τῆς χώρης τὸ -ότατον Hdt.1.76; τὸ ἑαυτοῦ ἰ., opp. τὰ τοῖς πολεμίοις ἰ., X.Eq.Mag.8.24; τὰ ἰσχυρότατα your strongest points, Th.5.111; τὰ τῆς πόλεως ἰ. that in which the strength of the state lies, Aeschin.3.66; ὁρῶντες οὐδὲν ἰ. ἀπὸ τῶν Λεσβίων no show of strength, Th.3.6; ἰ. τι πρὸς τὸ πρᾶγμ' ἔχειν a strong point, Men.Epit.130; -ότατον τεκμήριον SIG685.84 (Crete, ii B.C.).    2 powerful, ἄλοχος Διός A.Supp.302; πόλις E.Supp.447; θεός Ar.Pl.946; ἰ. τὸ πολλόν Hdt.1.136; οἱ ἰ. ἐν ταῖς πόλεσιν X.Ath. 1.14: Comp. -ότερος, ἐς πειθώ Democr.51; ὁ ὀπίσω μου ἐρχόμενος -ότερός μου ἐστίν Ev.Matt.3.11.    3 forcible, violent, severe, σιτοδείη, ψύχη, Hdt.1.94,4.29; λιμός Ev.Luc.15.14; ἀναγκαίη Hdt.1.74; αἱ λίαν ἰ. τιμωρίαι violent, excessive, Id.4.205; ὅρκος -ότατος, ἀνάγκαι -όταται, Antipho 5.11, 6.25; νόσημα Hp.Acut.(Sp.) 4; βήξ Th.2.49; γέλως, ἐπιθυμίαι, etc., Pl.R.388e, 560b, etc.; νόμος ἰ. severe, Hdt.7.102, Lys.15.9; ἔχθρα Pl.Phdr.233c; γνώμη -οτέρη more positive, Hdt.9.41; τρόπῳ ᾧ ἂν δύνωνται -οτάτῳ Foed. ap. Th.5.23; κατὰ τὸ ἰσχυρόν by main force, opp. δόλῳ, Hdt.4.201, cf.9.2.    4 of literary style, vigorous, D.H.Comp.22; also of syllables, strong, ib.16; στάσεις λαμβάνειν ἰ. ib.22.    II Adv. -ρῶς strongly, with all force, ἐγκεῖσθαι Th.1.69, etc.; φυλάττειν τινάς X.An.6.3.11.    2 very much, exceedingly, with Adjs., Hdt.4.108; ἔθνος μέγα ἰ. ib.183; διώρυγες ἰ. βαθεῖαι X.An.[1.7.15], etc.; ἰ. χλωρόν Hp.Prog.11; κίνησις νωθὴς ἰ. Arist.HA503b9; ἰ. φιλοπλάτων Phld.Ind Sto.61: with Verbs, ἰ. ἥδεσθαι, ἀνιᾶσθαι, X.Cyr.8.3.44; ἀπήγγειλεν ὅτι πάντα δοκοίη ἰ. τῷ εὐνούχῳ ib.5.3.15: Comp. -οτέρως Heraclit.114, Hdt.3.129; -ότερον X.Cyr.4.5.12, etc.: Sup., in answers, ἰσχυρότατά γε most certainly, Id.Oec.1.15.

German (Pape)

[Seite 1273] (ἰσχύς), stark, kräftig, mächtig; ἰσχυρὰ Διὸς ἄλοχος Aesch. Suppl. 298, vgl. Pers. 302; ἀνήρ Soph. Phil. 933; πόλις Eur. Suppl. 447; Ar. Ach. 566; νόμος Her. 7, 102; gewaltig, heftig, groß, σιτοδηΐη 1, 22, ἀναγκαία 74, τιμωρίαι 4, 205, ῥεύματα 8, 12; τὸ ἰσχυρόν, die Stärke, 1, 76. 136; κατὰ τὸ ἰσχυρόν, mit Waffengewalt, 9, 2; μάχη Plat. Charm. 153 b, der ἰσχυρότατοι den ἀσθενέστατοι gegenübersetzt, Rep. IV, 432 a (wie Xen. Cyr. 7, 5, 65); ἰσχυρὸν καὶ δειλόν Phaedr. 273 b; ἰσχ. γέλως Rep. III, 388 e; φιλία Phaedr. 233 c; ἐπιθυμίαι Rep. VIII, 560 b; διαβολή VI, 489 d; ἵμερος Legg. IX, 870 a; χειμών Xen. An. 5, 8, 14; χωρία, durch Natur od. Kunst feste Plätze, Xen. An. 4, 6, 11. 5, 2, 7; πρὸς τοῖς ἰσχυροῖς Hell. 4, 6, 9; ἰσχυρὰν Εὔβοιαν ἐφ' ὑμᾶς ἔργῳ παρασκευάζων Aesch. 3, 89; χθών, hart, Aesch. Pers. 310. – Adv. sehr, gewaltig; ἔθνος μέγα ἰσχυρῶς Her. 4, 183; διώρυχες βαθεῖαι ἰσχ. Xen. An. 1, 7, 15; ἥδεσθαι Cyr. 8, 3, 44; ὀργίζεσθαι An. 1, 5, 11; φυλάττειν 6, 1, 11; ἐπιτίθεσθαι 4, 1, 16; κολάζειν 2, 6, 9. Bei Folgdnn oft.

Greek (Liddell-Scott)

ἰσχυρός: -ά, -όν, (ἰσχὺς) δυνατός, ῥωμαλέος, ἐπὶ σωματικῆς δυνάμεως, ἀντίθετον τῷ ἀσθενής, Σοφ. Φιλ. 945, Εὐρ. Ἀποσπ. 292, κλ.· οὕτω καὶ ἐπὶ πραγμάτων, ἰσχ. βέλος Ἀλκαῖος 15· ῥεῦμα Ἡρόδ. 8. 12· ἐπὶ στρατοῦ, ἰσχυρὰ φάλαγξ Ξεν. Κύρ. 7. 1, 30· ἐπὶ τόπου, ὡς τὸ ὀχυρός, Ἡρόδ. 1. 76, Θουκ. 4. 9, Ξεν. Ἀν. 4. 6, 11, κτλ.· τὸ ἰσχυρόν, δύναμις, ἰσχύς, Θουκ. 3. 6, Ξεν. Ἱππαρχ. 8, 24· τὰ ἰσχυρότατα ἐλπιζόμενα μέλλεται, τὰ ἰσχυρότατα ἐλπιζόμενα στηρίγματα, δηλ. οἱ ἰσχυρότατοι ἐπίκουροι οὓς περιμένετε βραδύνουσι καὶ δὲν ἔρχονται, Θουκ. 5. 111· τὰ τῆς πόλεως ἰσχ., ἐν οἷς κεῖται τῆς πόλεως ἡ ἰσχύς, Αἰσχίν. 63, 9· - τραχύς, σκληρός, ἰσχυράν χθόνα Αἰσχύλ. Πέρσ. 310· καὶ ἐπὶ τροφῆς, δύσπεπτος, Ἱππ. 817C. 2) ἔχων ἰσχύν, κράτος, δύναμιν, κραταιός, ἄλοχος Διὸς Αἰσχύλ. Ἱκέτ. 302· πόλις Εὐρ. Ἱκέτ. 447· θεὸς Ἀριστοφ. Πλ. 946· ἰσχ. τὸ πολλὸν Ἡρόδ. 1. 136· οἱ ἰσχυροὶ ἐν ταῖς πόλεσιν Ξεν. Ἀθ. 1, 14. 3) δυνατός, ὑπερβολικός, βαρύς, μέγας, σιτοδηΐη, ψῦχος Ἡρόδ. 1. 94., 4. 29· ἀναγκαίη ὁ αὐτ. 1. 74· αἱ λίαν ἰσχ. τιμωρίαι ὁ αὐτ. 4. 205· ὅρκος, ἀνάγκαι Ἀντιφῶν 140. 33., 144. 15· νόσημα Ἱππ. 396. 34· βήξ Θουκ. 2. 49· γέλως, ἐπιθυμίαι κτλ., Πλάτ. Πολιτ. 388Ε, 560Β, κτλ.· νόμος ἰσχ., αὐστηρός, Ἡρόδ. 7. 102, Λυκοῦργ. 130· ἔχθρα Πλάτ. Φαῖδρ. 233C· γνώμη ἰσχυροτέρη, δυνατωτέρα, θετικωτέρα, Ἡρόδ. 9. 41· τρόπῳ ᾧ ἂν δύνησθε ἰσχυροτάτῳ Θουκ. 5. 23· κατὰ ἰσχυρόν, διὰ τῆς ἰσχύος, ἀντίθετον τῷ δόλῳ, Ἡρόδ. 4. 201., 9. 2. ΙΙ. Ἐπίρρ. -ρῶς, μετὰ πάσης τῆς δυνάμεως, ἐγκεῖσθαι Θουκ. 1. 69, κτλ. 2) λίαν, ὑπερβολικῶς, μετ’ ἐπιθέτων, Ἡρόδ. 4. 108· ἔθνος ἰσχυρῶς μέγα αὐτόθι 183· διῶριξ ἰσχυρῶς βαθεῖα Ξεν. Ἀν. 1. 7, 15, κτλ.· μετὰ ῥημάτων, ἰσχυρῶς ἥδεσθαι, ἀνιᾶσθαι, φοβεῖσθαι ὁ αὐτ. ἐν Κύρ. 8. 3, 44, κτλ. - Συγκρ. -οτέρως ἢ -ότερον, Ἡρόδ. 3. 129, Ξεν. Κύρ. 4. 5, 12, κτλ. - Ὑπερθ., ἐν ἀποκρίσεσιν, ἰσχυρότατά γε, βεβαιότατα, Λατ. maxime vero, ὁ αὐτ. ἐν Οἰκ. 1. 15.

French (Bailly abrégé)

ά, όν :
1 fort, robuste, vigoureux ; τὸ ἰσχυρόν THC force, vigueur ; en parl. de choses ἰσχυρὸν ῥεῦμα HDT courant fort;
2 ferme, résistant ; τὰ ἰσχυρά XÉN lieu ou place dans une forte situation ; fig. τὰ τῆς πόλεως ἰσχυρά ESCHN ce qui fait la force de la cité ; χθὼν ἰσχυρά ESCHL sol dur;
3 puissant : οἱ ἰσχυροὶ ἐν ταῖς πόλεσιν XÉN ceux qui sont puissants dans les cités ; γνώμη ἰσχυροτέρη HDT avis décisif;
4 violent, excessif : ψῦχος HDT froid intense ; βήξ THC toux violente ; νόμος HDT loi rigide ; τιμωρίαι HDT vengeances excessives ; γέλως PLAT, ἐπιθυμίαι PLAT rire, désirs sans mesure ; κατὰ τὸ ἰσχυρόν HDT de force;
Cp. ἰσχυρότερος, Sp. ἰσχυρότατος.
Étymologie: ἴσχω.

Spanish

poderoso

English (Strong)

from ἰσχύς; forcible (literally or figuratively): boisterous, mighty(-ier), powerful, strong(-er, man), valiant.

English (Thayer)

ἰσχυρά, ἰσχυρόν (ἰσχύω) (from Aeschylus down), the Sept. mostly for אֵל, גִּבּור, חָזָק, עָצוּם, and Chaldean תַּקִּיף; strong, mighty;
a. of living beings: strong either in body or in mind, ἐν πολέμῳ, mighty i. e. valiant, ἀσθενής); comparitive, mighty, — of God, τά ἰσχυρά equivalent to τούς ἰσχυρούς (on the neuter cf. Winer's Grammar, § 27,5), οἱ ἰσχυροί τῆς γῆς, πλούσιοι, οἱ δυνατοί).
b. of inanimate things: strong equivalent to violent, ἄνεμος, T WH omit ἰσχυρόν); forcibly uttered, φωνή, μεγάλη) (κραυγή, βρονταί, λιμός, great, ἐπιστολαί (stern (forcible)), strong equivalent to firm, sure, παράκλησις, πόλις, well fortified, τεῖχος, Xenophon, Cyril 7,5, 7; πύργος, δύναμις, at the end.)

Greek Monolingual

-ή, -ό (ΑΜ ἰσχυρός, -ά, -όν)
1. αυτός που διαθέτει σωματική ισχύ, ο ρωμαλέος
2. δυνατός, δύσκολος να αντιμετωπιστεί (α. «ισχυρές μονάδες στρατού» — β, «ἰσχυρὰ φάλαγξ», Ξεν.)
3. (για τόπο) οχυρός (α. «ισχυρή τοποθεσία» β. «φρούριον ἰσχυρόν»)
4. κραταιός, παντοδύναμος (α. «"Αγιος ὁ Θεός, ἅγιος ἰσχυρός...» β. «ἰσχυρὰ ἄλοχος Διός», Αισχύλ
γ. «ἰσχυρὰ θεός», Αριστοφ.)
5. αυτός που έχει μεγάλη ένταση, σφοδρός (α. «ισχυροί βόρειοι άνεμοι» β. «ἰσχυρὸν ψῡχος», Ηρόδ.)
6. (για νόμους, θεσμούς, διατάξεις) έγκυρος, καθιερωμένος (α. «ισχυρός νόμος» β. «ὅρκος ισχυρός»)
7. (για συναισθήματα) έντονος, διακαής (α. «ισχυρή επιθυμία να...» β. «ἰσχυραὶ ἐπιθυμίαι», Πλάτ.)
8. (το αρσ. πληθ. ως ουσ.) οι ισχυροί
αυτοί που κατέχουν μεγάλη πολιτική και οικονομική δύναμη
νεοελλ.
1. εκείνος ο οποίος έχει μεγάλη δύναμη επιβολής (α. «ισχυρός χαρακτήρας» β. «ισχυρός πολιτικός άνδρας»)
2. αυτός που στηρίζεται σε σοβαρά δεδομένα, αυτός που δεν αντικρούεται εύκολα («ισχυρά επιχειρήματα»)
3. φρ. «το δίκαιο του ισχυροτέρου» — η επιβολή της ατομικής θέλησης κάποιου με τη βία, χωρίς να τηρούνται κανόνες ή, έστω, προσχήματα δικαίου
μσν.
1. σκληρός
2. σημαντικός
αρχ.
1. (για έδαφος) σκληρός, τραχύς
2. (για τροφή) δύσπεπτος
3. (για νόμο) αυστηρός
4. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἰσχυρόν
η ισχύς, η δύναμη.
επίρρ...
ισχυρώς και ισχυρά (ΑΜ ἱσχυρῶς, Μ και ισχυρά)
δυνατά, με δύναμη
μσν.
1. με επιμέλεια
2. με ασφάλεια
μσν.-αρχ.
πάρα πολύ, υπερβολικά (α. «ἔθνος ἰσχυρῶς μέγα», Ηρόδ.
β. «διῶρυξ ἰσχυρῶς βαθεῑα», Ξεν.)
αρχ.
φρ. «ἰσχυρότατά γε» — βεβαιότατα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἰσχύς + κατάλ. -ρος (πρβλ. οιζυ-ρός).
ΠΑΡ. ισχυρίζομαι, ισχυρό
αρχ.
ισχυρικός, ισχυρίσκος, ισχυρότης.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) ισχυρογνώμων
αρχ.
ισχυρόδετος, ισχυροθώραξ, ισχυροκάρδιος, ισχυρόμαχος, ισχυροπαθώ, ισχυροπαίκτης, ισχυροπλήκτης, ισχυροποιός, ισχυροπότης, ισχυρόπους, ισχυροπράγμων, ισχυρόρριζος, ισχυρόστομος, ισχυροσώματος, ισχυρόφρων, ισχυρόφωνος, ισχυρόχρως, ισχυρόψυχος. (Β' συνθετικό) ανίσχυρος, πανίσχυρος
αρχ.
αντίσχυρος, υπερίσχυρος].

Greek Monotonic

ἰσχῡρός: -ά, -όν (ἰσχύς
I. 1. δυνατός, ακμαίος, ρωμαλέος, σε Ηρόδ., Σοφ.· τὸ ἰσχυρόν, δύναμη, ισχύς, σε Θουκ.· τὰ ἰσχυρότατα, τα πιο ισχυρά στηρίγματα, στον ίδ.· τραχύς, σκληρός, χθών, σε Αισχύλ.
2. επίμονος, δυνατός, υπερβολικός, σε Ηρόδ., Θουκ.
II. επίρρ. -ρῶς, δυνατά, με πλήρη ισχύ, σε Θουκ.· υπερβολικά, σε Ηρόδ., Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

ἰσχῡρός:
1) могущественный, грозный (Διὸς ἄλοχος, т. е. Ἣρα Aesch.; ἐν πολέμῳ NT);
2) могущественный, сильный (πόλις Eur.): οἱ ἰσχυροί Xen. власть имущие, господствующие слои;
3) могучий (ἀνήρ Soph.); сильный, мощный (φάλαγξ Xen.; ὗς ἄγριος Arst.);
4) сильный, укрепленный, неприступный (χωρία Xen.);
5) твердый (χθών Aesch.);
6) твердый, незыблемый (νόμος Her.);
7) прочный, крепкий (φιλία Plat.);
8) прочный, надежный (ἀναγκαίη, σύμβασις Her.);
9) решительный, резкий (γνώμη Her.);
10) бурный, стремительный (ῥεύματα Her.);
11) сильный, мучительный (βήξ Thuc.);
12) сильный, страшный (σιτοδηΐη Her.; λιμός NT);
13) сильный, неумеренный (γέλως Plat.);
14) сильный, неукротимый, неодолимый (ἵμερος, ἐπιθυμίαι Plat.);
15) враждебный, злобный (διαβολή Plat.);
16) жаркий, горячий (μάχη Plat.);
17) страстный, пламенный (ἔχθρα Plat.);
18) жестокий, свирепый (τιμωρίαι Her.);
19) суровый, очень холодный (χειμών Xen.);
20) сильный, жестокий (ψῦχος Her.);
21) суровый, резкий, строгий (ἐπιστολαί NT). - см. тж. ἰσχυρά и ἰσχυρόν.

Middle Liddell

ἰσχῡρός, ή, όν ἰσχύς
I. strong, mighty, Hdt., Soph.; τὸ ἰσχυρόν strength, vigour, Thuc.; τὰ ἰσχυρότατα your strongest points, Thuc.:— hard, χθών Aesch.
2. obstinate, stiff, stubborn, inveterate, excessive, severe, Hdt., Thuc.
II. adv. -ρῶς, strongly, with all force, Thuc.:— exceedingly, Hdt., Xen.

Chinese

原文音譯:„scurÒj 衣士虛羅士
詞類次數:形容詞(27)
原文字根:強而有力 相當於: (בָּצַר‎) (גָּבֹול‎ / גָּדֹול‎ / הַגְּדֹולִים‎) (חָזָק‎) (כָּבֵד‎) (עַז‎ / עָז‎)
字義溯源:有力的,大力的,大大的,強固的,剛強的,力壯的,有大能的,有能力的,嚴厲,能夠,勇敢,強力的,猛烈的,壯士,巨;源自(ἰσχύς)=力量);而 (ἰσχύς)出自(ἶρις)X*=力)。約翰福音沒有用這編號,前三福音書都提到施洗約翰說,那在我以後來的,能力比我更大(或:比我更有能力)( 太3:11; 可1:7; 路3:16)。參讀 (δύναμαι)同義字參讀 (ἰσχύω)同源字
出現次數:總共(28);太(4);可(3);路(4);林前(4);林後(1);來(3);約壹(1);啓(8)
譯字彙編
1) 壯士(5) 太12:29; 可3:27; 可3:27; 路11:21; 啓6:15;
2) 剛強的(2) 林前1:27; 約壹2:14;
3) 更有能力(2) 太3:11; 林前10:22;
4) 大力的(2) 啓5:2; 啓10:1;
5) 壯士的(2) 太12:29; 啓19:18;
6) 是有大能的(1) 啓18:8;
7) 力壯的(1) 啓18:21;
8) 堅固(1) 啓18:10;
9) 比⋯更有能力(1) 可1:7;
10) 比⋯更剛強(1) 林前1:25;
11) 一個⋯更壯的(1) 路11:22;
12) 巨(1) 啓19:6;
13) 大聲(1) 來5:7;
14) 更有能力的(1) 路3:16;
15) 甚大(1) 太14:30;
16) 大(1) 路15:14;
17) 強壯(1) 林前4:10;
18) 大大的(1) 來6:18;
19) 嚴厲(1) 林後10:10;
20) 勇敢(1) 來11:34