Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ψεδνόθριξ

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ψεδνόθριξ Medium diacritics: ψεδνόθριξ Low diacritics: ψεδνόθριξ Capitals: ΨΕΔΝΟΘΡΙΞ
Transliteration A: psednóthrix Transliteration B: psednothrix Transliteration C: psednothriks Beta Code: yedno/qric

English (LSJ)

τριχος, ὁ, ἡ,

   A sparse-haired, bald, Tz.H.7.891.

Greek (Liddell-Scott)

ψεδνόθριξ: -τριχος, ὁ, ἡ, ὁ ἔχων ἀραιὰς τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς, ἀραιόθριξ, φαλακρός, Τζέτζ. Ἱστ. 7. 891.

Greek Monolingual

-τριχος, ὁ, ἡ, Μ
αυτός που έχει αραιά μαλλιά ή ο φαλακρός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ψεδνός «αραιός» + θρίξ, τριχός (πρβλ. κυανό-θριξ)].