Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αραιός

Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι. -> Go tell the Spartans, stranger passing by, that here, obedient to their laws, we lie.
Simonides of Kea

Greek Monolingual

-ή, -ό (AM ἀραιός, -ά, -όν)
1. ο μη πυκνός στη σύστασή του
2. αυτός που έχει κενά κατά διαστήματα
ΙΙ νεοελλ. όποιος δεν γίνεται συχνά
αρχ.
1. ο ασθενικός, ο άτονος
2. ο στενός
3. το θηλ. ως ουσ.ἀραιά
η γαστήρ, η κοιλιά.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Η ύπαρξη F στη λέξη μαρτυρείται από το ομηρικό μέτρο και ανάγει σε αρχικό τ. Fαρασιιός, ο οποίος συνδέεται πιθ. με τον τ. ῥᾷστος < Fράσιστος. Η λ. παραδίδεται στον Ηρωδιανό με δασύτητα και απαντά ως χαρακτηρισμός κνήμης, εισόδου κ.λπ., με τη σημασ. «ισχνός, αδύνατος» (Ομηρ.), ως επίθ. παράταξης (Ξενοφ.), τροφής (Αριστοτ.), υφάσματος και ύλης με την έννοια «χαλαρός, χασματικός, πορώδης» (Αναξιμ., Αναξαγ., Εμπεδ., Ιπποκρ., Αριστοτ.), σε αντίθεση προς το πυκνός και σε ορισμένες περιπτώσεις με τη σημασ. «σπάνιος». Ο τ. αριός < αραιός, με συνίζηση, ενώ ο τ. ανάριος < αν(α)- + αραιός.
ΠΑΡ. αραιότητα (-ότης), αραιώδης, αραιώνω (-όω, -ώ).
ΣΥΝΘ. αραιοδόντης (-όδους) (-θριξ), αραιόστυλος, αραιότριχος
αρχ.
αραιόπορος, αραιόσαρκος, αραιόφθαλμος
μσν.- νεοελλ.
αραιόφυλλος].