Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀκάττυτος

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: ἀκάττῡτος Medium diacritics: ἀκάττυτος Low diacritics: ακάττυτος Capitals: ΑΚΑΤΤΥΤΟΣ
Transliteration A: akáttytos Transliteration B: akattytos Transliteration C: akattytos Beta Code: a)ka/ttutos

English (LSJ)

ον,

   A not stitched, i.e. new, of shoes, Teles p.40 H.

Spanish (DGE)

-ον sin remendar, nuevo ὑπόδημα Teles 4.40.

Greek Monolingual

ἀκάττυτος, -ον (Α) καττύω, κασσύω
αυτός που δεν φοράει σανδάλια, ο ξυπόλυτος ή (σύμφωνα με άλλη ερμηνεία) αυτός που δεν έχει σόλες, καινούργιος (αποδίδεται στο υπόδημα).