Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀκμόθετον

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἀκμόθετον Medium diacritics: ἀκμόθετον Low diacritics: ακμόθετον Capitals: ΑΚΜΟΘΕΤΟΝ
Transliteration A: akmótheton Transliteration B: akmotheton Transliteration C: akmotheton Beta Code: a)kmo/qeton

English (LSJ)

τό, = foreg., Il.18.410, Od.8.274.

German (Pape)

[Seite 75] τό, das Untergestell des Amboses, Hom. dreimal, Iliad. 18, 410. 476 Od. 8, 274.

Greek (Liddell-Scott)

ἀκμόθετον: τό, (τίθημι) ὁ τόπος (ἢ τὸ ξύλον), ἐφ’ οὗ τίθεται ὁ ἄκμων (ἀμόνι), Ἰλ. Σ. 410, Ὀδ. Θ. 274.

French (Bailly abrégé)

ου (τό) :
l’établi de l’enclume.
Étymologie: ἄκμων², τίθημι.

English (Autenrieth)

(ἄκμων, τίθημι): anvilblock.

Greek Monolingual

ἀκμόθετον, το και ἀκμοθέτης, ο (Α)
η ξύλινη βάση όπου τοποθετείται το αμόνι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἄκμων + -θετὸς < τίθημι.

Greek Monotonic

ἀκμόθετον: τό (ἄκμων, τί-θημι), το ξύλο πάνω στο οποίο τοποθετείται το αμόνι, άκμονας, σε Όμηρ.

Russian (Dvoretsky)

ἀκμόθετον: τό подставка (плаха) для наковальни Hom.

Middle Liddell

ἄκμων, τίθημι
the anvil-block, smithy Hom.