Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἅβρα

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: ἅβρα Medium diacritics: ἅβρα Low diacritics: άβρα Capitals: ΑΒΡΑ
Transliteration A: hábra Transliteration B: habra Transliteration C: avra Beta Code: a(/bra

English (LSJ)

ἡ,

   A favourite slave, Men.64.3, al., LXX Ge.24.61, Ex.2.5, al., Plu.Caes.10, Aristaen.1.22, Luc.Tox.14. (Prob. Semitic; written by some Gramm. ἄβρα, cf. AB322.)

German (Pape)

[Seite 4] ἡ, (substantivirtes fem. von ἁβρός), Zofe (delicata der Römer). S. Mein. zu Menand. p. 25; Luc. Merc. cond. 39 τῆς γυναικὸς ἅβραν παρθένον διέφθειρας.

Greek (Liddell-Scott)

ἅβρα: ἡ, εὐνοουμένη δούλη· Λατ. delicata, Μένανδ. ἐν «Ἀπίστῳ», 1, ἐν «Σικυωνίῳ», 3. ἐν «Ψευδηρακλεῖ», 3. Ο΄, (Γεν. Κδ΄ 61, Ἔξ. β΄ 5. ἀλλ.). Συνήθως σχετίζουσι τὴν λέξιν πρὸς τὸ ἁβρός· (ἀλλὰ παλαιοί τινες γραμματικοὶ λέγουσι τὴν λέξ. ξένην καὶ γράφουσιν: ἄβρα· πρβ. Α. Β. 322).

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
jeune femme, jeune fille de confiance de la maîtresse de maison.
Étymologie: DELG sans étym. -- Babiniotis pê apparenté à ἥβη.

Spanish (DGE)

-ας, ἡ

• Alolema(s): ἄ- Men.Fr.63.3, Poll.4.154

• Prosodia: [ᾰ-]
esclava adscrita a una mujer azafata, doncella ἅβρα τῆς μητρὸς αὐτῶν γενομένη Men.Fr.411.3, θυγάτηρ βασιλέως ἅβραις ὁμοῦ Ezech.19
esp. en AT Ῥεβέκκα καὶ αἱ ἅβραι αὐτῆς LXX Ge.24.61, ἡ θυγάτηρ Φαραω ... καὶ αἱ ἅβραι αὐτῆς LXX Ex.2.5, cf. LXX Iu.8.10, 33, 10.2, 5, αἱ ἅβραι καὶ οἱ εὐνοῦχοι τῆς βασιλίσσης LXX Es.4.4, ἅβρα ... Πομπεΐας Plu.Caes.10, Ἑρπυλλίς, ἡ Μεγάρας ἅβρα Alciphr.4.7.3, κόρῃ ἅβραν ἀνακαλούσῃ Ael.Ep.15, πεμπομένη τὴν ἅβραν Luc.Tox.14, ἄ. περίκουρος máscara cómica que representa una esclava, Poll.l.c.
esp. esclava predilecta, favorita ᾤμην, εἰ τὸ χρυσίον λάβοι ὁ γέρων, θεράπαιναν εὐθὺς ἠγορασμένην ἄβραν ἔσεσθαι Men.Fr.63.3
Ἅβρα tít. de una comedia de Nicóstrato, Ath.133c.

• Etimología: Se puede relacionar con ἁβρός q.u.; pero también se ha pensado en un préstamo del sem. ḥbr ‘compañero’.

Russian (Dvoretsky)

ἅβρα: ἡ любимая рабыня, служанка-наперсница Men., Luc.