Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἥβη

Ὃν οἱ θεοὶ φιλοῦσιν ἀποθνήσκει νέος -> He whom the gods love dies young
Menander, fr. 125
Full diacritics: ἥβη Medium diacritics: ἥβη Low diacritics: ήβη Capitals: ΗΒΗ
Transliteration A: hḗbē Transliteration B: hēbē Transliteration C: ivi Beta Code: h(/bh

English (LSJ)

Dor. ἥβα, Aeol. ἄβα Alc.101, ἡ: (v. sub fin.):—

   A youthful prime, youth, νεηνίῃ ἀνδρὶ ἐοικώς, πρῶτον ὑπηνήτῃ, τοῦ περ χαριέστατος ἥβη Od.10.279, cf. Il.24.348; καὶ δ' ἔχει ἥβης ἄνθος ὅ τε κράτος ἐστὶ μέγιστον 13.484, cf. Hes.Th.988; ἐρικυδής Il.11.225, Hes.l.c.; πολυήρατος Od.15.366, etc.; ἥβης μέτρον ἱκέσθαι or ἱκάνειν, = ἡβάσκειν, 11.317, 18.217, etc.; ἥβην πολυήρατον ἱκόμεθ' 15.366, cf. Il.24.728; ἥβης ἀπόνασθαι, ταρπῆναι, 17.25, Od.23.212; ἐφ' ἥβης Ar.Eq.524; θρέψασθαί τινα πρὸς ἥβην until manhood, Pl.Mx.238b; μέχρι ἥβης Th.2.46.    b strength and vigour of youth, [δίσκον] ἀφῆκεν . . πειρώμενος ἥβης Il.23.432; ἥβῃ τε πεποίθεα χερσί τ' ἐμῇσι Od.8.181, cf. 16.174; ἥβης ἀκμή S.OT 741: in pl., καρποτρόφοι νεάνιδες ἧβαι E.Ion 477 (lyr.).    c as a legal term, ἥβη was the time before manhood, at Athens sixteen years of age, AB255.15; fourteen acc. to EM359.17, Harp. s.v. ἐπιδιετές; at Sparta eighteen, τὰ δέκα ἀφ' ἥβης (sc. ἔτη), i.e. men of twentyeight, X.HG2.4.32, 3.4.23; τὰ τετταράκοντα ἀφ' ἥ. ib.6.4.17; of women, ἐπεὶ δ' ἐς ἥβην ἦλθεν ὡραίαν γάμων E.Hel.12.    d of oxen, ἥβης μέτρον ἔχοντε Hes. Op.438; of the fresh skin of a snake, Nic.Th. 138.    2 metaph., cheer, merriment, Pi.P.4.295; δαιτὸς ἥβη E.Cyc. 504 (lyr.); also, youthful fire, spirit, Pi.P.6.48.    3 body of youth, A. Pers.512, 733, Ag.109 (lyr.), etc.    4 the pubes, Hp.Epid.3.4, Ar. Nu.976, Theopomp.Com.37, Arist.HA493b3,al.    II a kind of vine, Hsch.; Dor.ἇβαι (pl.) v.l. in Theoc.5.109.    III pr.n., Ἥβη Hebe, Il.4.2, Od.11.603, Hes. Th.950; later allegorized as goddess of youth. (Cf. Lith. jėgà 'power'.)

German (Pape)

[Seite 1148] ἡ, Mannbarkeit; – a) zunächst das körperliche Zeichen derselben, das Schamhaar, auch die Schamgegend selbst, Hippocr.; τῇ τριχώσει τῆς ἥβης Arist. H. A. 5, 14; vgl. Ar. Nubb. 963, wo es von den Knaben heißt in der Palästra εἶτ' αὖ πάλιν αὖθις ἀνισταμένους συμψῆσαι καὶ προνοῆσαι, εἴδωλον τοῖσιν ἐρασταῖσιν τῆς ἥβης μὴ καταλείπειν. – b) die Zeit der Mannbarkeit, das blühende Jünglingsalter, das blühendste u. kräftigste Alter des Menschen; Hom. Od. 10, 278 νεηνίῃ ἀνδρὶ ἐοικώς, πρῶτον ὑπηνήτῃ, τοῦπερ χαριεστάτη ἥβη; vgl. Il. 24, 348 n. 13, 484, καὶ δ' ἔχει ἥβης ἄνθος, ὅτε κράτος ἐστὶ μέγιστον; geradezu Jugendkraft, ὅντε (δίσκον) αἰζηὸς ἀφῆκεν ἀνήρ, πειρώμενος ἥβης Il. 23, 432; ὄφρ' ἥβῃ τε πεποίθεα χερσί τ' ἐμῇσιν Od. 8, 181; δέμας ὤφελλε καὶ ἥβην 16, 174; ἄνθος ἥβης sagt auch Hes. Th. 988; Pind. P. 4, 158, wie Aesch. Suppl. 649; κεχλάδοντας ἥβᾳ Pind. P. 4, 179; die Jugend, d. i. die Jugendmannschaft, Aesch. Ag. 109 Pers. 719 u. öfter, wie bei Eur. Ion 477 νεηνίδες ἧβαι die Jungfrauen sind; ὁρῶ γὰρ ἥβην τὴν μὲν ἕρπουσαν, τὴν δὲ φθίνουσαν Soph. Tr. 544, wo mehr an Jugendschönheit zu denken, wie in ἥβης ἀπολαῦσαι Ar. Lys. 591 u. öfter; θαλερὸς ἥβης χρόνος Eur. El. 20; Ar. setzt entgegen ἐπὶ γήρως, οὐ γὰρ ἐφ' ἥβης, Equ. 522, wie Pind. N. 7, 99 ἥβᾳ λιπαρῷ τε γήραϊ. – Auch in Prosa, ἐπεὶ ἐκ παίδων ἐς ἥβην ὡρμᾶτο, da er zum Jüngling heranwuchs, Xen. Mem. 2, 1, 21; vgl. εἰς ἥβην ἔρχεσθαι, Eur. Med. 1108, u. ὅταν δ' ἐς ἥβην ἐξικώμεθα Soph. frg. 517; μέχρι τῶν τετταράκοντα ἀφ' ἥβης, bis zu vierzig Jahren von dem Eintreten der Mannbarkeit an, d. i. bis zum 60. Jahr, Xen. Hell. 6, 4, 17; vgl. 3, 4, 23 ἐκ δὲ τῶν ἱππέων ἐκέλευσε τοὺς δέκα ἀφ' ἥβης θεῖν ὁμόσε αὐτοῖς, die zehn Jahre über die Mannbarkeit hinaus sind, um das 30. Jahr, welche Bestimmungsart des Alters bes. bei den Lacedämoniern üblich war; nach Schol. Thuc. 2, 46, der da sagt τοὺς παῖδας ἡ πόλις μέχρις ἥβης θρέψει, ist das 18. Jahr als Anfangspunkt der Mannbarkeit zu betrachten, u. so war es bei den Athenern (s. aber Herm. Staatsalterth. §. 123, 3); bei den Spartanern scheint das 20. Jahr dafür angenommen. – Uebertr., Jugendmuth, Jugendfreude, wie Pind. P. 4, 295 θυμὸν ἐκδόσθαι πρὸς ἥβαν, der Schol. erkl. τὴν ψυχὴν ἐκδοῦναι πρὸς φιλοφροσύνην; vgl. Eur. γάνυμαι δὲ δαιτὸς ἥβης, Cycl. 502. S. auch nom. propr. – Von Thieren, Hes. O. 436; von der neuen Schlangenhaut, Nic. th. 138.

Greek (Liddell-Scott)

ἥβη: Δωρ. ἥβα (σπανίως ἅβα, Θεόκρ. 1. 44), ἡ, (ἴδε ἐν τέλ.). Ἀκμαία ἡλικία, νεότης, Λατ. pubertas, ἡ ἡλικία, καθ’ ἣν πρῶτον ἐμφανίζεται ἡ ὑπήνη καὶ τὰ μέλη κτῶνται τὴν πλήρη αὑτῶν ἀνάπτυξιν, νεηνίῃ ἀνδρὶ ἐοικῶς, πρῶτον ὑπηνήτῃ, τοῦπερ χαριεστάτη ἥβη Ὀδ. Κ. 279, πρβλ. Ἰλ. Ω. 348˙ καὶ δ’ ἔχει ἥβης ἄνθος ὅ τε κράτος ἐστὶ μέγιστον Ἰλ. Ν. 484, πρβλ. Ἡσ. Θ. 988˙ ἐντεῦθεν καλεῖται ἐρικυδής, Ἰλ. Λ. 225, Ἡσ. ἔνθ’ ἀνωτ.˙ πολυήρατος Ὀδ. Ο. 366, κτλ.˙ ἥβης μέτρον ἱκέσθαι ἢ ἱκάνειν = ἡβάσκειν, Λ. 317, Σ. 217, κτλ.˙ ἥβην ἱκέσθαι Ο. 366, Ἰλ. Ω. 728˙ ἥβης ἀπονίνασθαι, ταρπῆναι Ρ. 25, Ὀδ. Ψ. 212˙ ἐφ’ ἥβης Ἀριστοφ. Ἱπ. 524˙ θρέψασθαί τινα πρὸς ἥβην Πλάτ. Μενεξ. 238B. β) ἡ ἰσχὺς καὶ ἀκμὴ τῆς νεότητος, δίσκον ἀφῆκε..., πειρώμενος ἥβης Ἰλ. Ψ. 432˙ ἥβῃ τε πεποίθεα χερσί τ’ ἐμῇσιν Ὀδ. Θ. 181, πρβλ. Π. 174˙ ἥβης ἀκμὴ Σοφ. Ο. Τ. 741˙ - ἐν τῷ πληθ., κουροτρόφοι νεάνιδες ἧβαι Εὐρ. Ἴωνι 477. γ) ὡς νομικὸς ὅρος, ἥβη ἐσήμαινε τὴν πρὸ τῆς ἀνδρικῆς ἡλικίαν, ἐν Ἀθήναις τὴν δεκαεξαετῆ, Α. Β. 255. 15˙ ἂν καὶ ἀλλαχοῦ λέγεται ὅτι εἶναι ἡ τῶν 14 ἐτῶν ἡλικία, Ε. Μ. 359. 17, Ἁρποκρ. ἐν λ. ἐπιδιετές˙ ἐν Σπάρτῃ ἡ τῶν 18, ὥστε τὰ δέκα ἀφ’ ἥβης ἦσαν ἄνδρες ἐτῶν 28, τὰ τετταράκοντα ἀφ’ ἥβης, ἄνδρες ἐτῶν 58, καὶ οὕτω καθεξῆς, Ξεν. Ἑλλ. 2. 4. 32., 3. 4, 23., 6. 4, 17˙ - ὡσαύτως ἐπὶ γυναικῶν, ἐπεὶ δ’ ἐς ἥβην ἦλθεν ὡραίαν γάμων Εὐρ. Ἑλ. 12. δ) ἐπὶ βοῶν, ἥβης μέτρον ἔχοντε Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 436˙ περὶ τοῦ νέου δέρματος τοῦ ὄφεως, Νίκ. Θ. 138. 2) μεταφ., ἐπὶ πάσης καταστάσεως ἀκμαίας καὶ εὐτυχοῦς, οἵα ἡ τοῦ νεανίου, νεανικὴ φαιδρότης, εὐθυμία, Πίνδ. Π. 4. 525˙ δαιτὸς ἥβη Εὐρ. Κύκλ. 504, πρβλ. ἡβητήριον˙ ὡσαύτως, νεανικὴ ὁρμή, νεανικὸν πάθος, πνεῦμα, Πίνδ. Π. 6. 48. 3) ἡ νεότης, ἡ νεολαία, Λατ. juventus, Αἰσχύλ. Πέρσ. 512, 733, Ἀγ. 106, κτλ. 4) ἡ ἡβικὴ χώρα, τὰ ἐφήβαια, Λατ. pubes, Ἱππ. Ἐπιδημ. 3. 1083, Ἀριστοφ. Νεφ. 976, πρβλ. Ἀριστ. Ι. Ζ. 1. 14, 1., 2. 1, 18., 5. 14, 3, κ. ἀλλ. ΙΙ. ὡς κύρ. ὄν. θηλ. Ἥβη, θυγάτηρ τοῦ Διὸς καὶ τῆς Ἥρας, σύζυγος τοῦ Ἡρακλέους, Ὀδ. Λ. 603, Ἡσ. Θ. 950˙ οἰνοχόος τῶν θεῶν, Ἰλ. Δ. 2˙ ἀλλ’ ἐν μεταγεν. ἀλληγορικοῖς μύθοις, θεότης τῆς νεότητος. (Ὁ Curt. ἀποδέχεται τὴν σχέσιν τῆς λέξεως ταύτης πρὸς τὸ Σανσκρ. yuvan (juvenis). ἣν προτείνει ὁ Pott.)

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
I. 1 adolescence, jeunesse;
2 vigueur de la jeunesse, vigueur;
3 ardeur de la jeunesse;
4 signes de puberté ; organes de la virilité;
II. au sens collect. la jeunesse, les jeunes gens.
Étymologie: apparenté au lat. juvenis.

English (Autenrieth)

youth; ἥβης μέτρον, ‘youthful prime,’ Il. 11.225, Od. 11.317; youthful strength or vigor, Il. 16.857, Od. 8.181.

Greek Monotonic

ἥβη: Δωρ. ἥβα, σπανίως ἅβα, , I. 1. α) ακμαία ηλικία, νεότητα, Λατ. pubertas· νεηνίῃ ἀνδρὶ ἐοικώς, πρῶτον ὑπηνήτῃ, τοῦπερ χαριεστάτη ἥβη, σε Ομήρ. Οδ.· ἥβης μέτρον ἱκέσθαι ή ἱκάνειν = ἡβάσκειν, στον ίδ.· β) νεανική δύναμη, σφριγηλότητα, ακμή· πειρώμενος ἥβης, σε Ομήρ. Ιλ.· ἥβῃ πεποίθεα, σε Ομήρ. Οδ. γ) ως νομικός όρος, ἥβη, η περίοδος πριν την ενηλικίωση, στην Αθήνα τα 16 χρόνια· στη Σπάρτη, η ηλικία των 18 χρόνων, έτσι ώστε τὰ δέκα ἀφ' ἥβης είχαν συμπληρώσει οι άντρες στα 28 τους, τὰτετταράκοντα ἀφ' ἥβης οι άντρες στα 58 τους χρόνια, κ.ο.κ., σε Ξεν.· πρβλ. ἔφηβος.
2. μεταφ., η νεανική ευθυμία, η νεανική χαρά· δαιτὸς ἥβη, σε Ευρ.· επίσης, το νεανικό πάθος, η σπιρτάδα, η ορμή, σε Πίνδ.
3. το σύνολο των νέων, η νεότητα, η νεολαία, Λατ. juventus, σε Αισχύλ.
II. ως θηλ. προσηγορ. όνομα, Ἥβη, η Ήβη, κόρη του Δία και της Ήρας, σύζυγος του Ηρακλή, σε Όμηρ.

Russian (Dvoretsky)

ἥβη: дор. ἥβᾱ и ἅρᾱ ἡ
1) юность, молодость: ἐκ παίδων εἰς ἥβην ὁρμᾶσθαι Xen., ἐξικέσθαι Soph. или ἔρχεσθαι Eur. переходить от детства к юности; ἥβης μέτρον ἱκέσθαι Hom. достигнуть возмужалости; ἐφ᾽ ἥβης Arph. в молодости;
2) юношеская сила, свежесть, бодрость: πειρώμενος ἥβης Hom. пробующий свою юношескую силу; νεάνιδες ἦβαι Eur. цветущая юность;
3) отроческий возраст (в Афинах - 16, в Спарте - 18 лет): οἱ πέντε καὶ τριάκοντα ἀφ᾽ ἥβης Xen. достигшие пятидесятитрехлетнего возраста;
4) возраст: τίνα ἀκμὴν ἥβης ἔχων; Soph. какого он возраста?;
5) юношество, молодежь Aesch.;
6) пышность, великолепие: δαιτὸς ἥ. Eur. пышный, великолепный пир;
7) анат. лобок Arst.;
8) = αἰδοῖον (εἴδωλον τῆς ἥβης Arph.).

Frisk Etymological English

Grammatical information: f.
Meaning: (ripe) youth, power of youth, manliness, also as PN. Hebe, daughter of Zeus and Hera (Il.).
Other forms: Dor. ἥβα, hyperaeol.(?) ἄβα
Compounds: As 2. member e. g. in ἔφ-ηβος (IA, Dor.; hyperdor. ἔφ-αβος) fullgrown youth, hypostasis from ἐφ' ἥβης (ὤν) or bahuvrihi (`at whom is ἥβη'), with ἐφηβ-άω (after ἡβάω), -εύω, -ικός, -ειος a. o.
Derivatives: 1. ἡβητής (h. Merc. 56), ἡβατάς (Locr. Va), εἱβατάς (Thess.), ἁβατάς (Call. Lav. Pall. 109) being a youth, youth with ἡβητικός (X.); hell. poets have ἡβητήρ, ἡβήτωρ (cf. Fraenkel Nom. ag. 1, 121) as if from ἡβάω. 2. ἡβηδόν adv. being fullgrown (Heraclit., Hdt.; s. Benveniste Rev. de phil. 81, 9). 3. ἡβοτά youth (Pamphyl., after βιοτή, Fraenkel KZ 43, 207ff.). Denomin. verbs. 1. ἡβάω (Il.), ep. also ἡβώω (with metr. lengthening, s. Chantraine Gramm. hom. 1, 76 after Wackernagel; diff. Schwyzer 730), Cret. ἡβίω (< -έω) have the strength of youth, be fullgrown, also with prefix, e. g. ἀν-, ἐν-, ἐφ-; from there ἀνηβητήριος getting young (E. Andr. 552), ἐνηβητήριον place of amusement (Hdt. 2, 133), ἡβητήριον id. (Plu.); on ἡβητήρ, -τωρ s. above. 2. ἡβάσκω grow up, become a man (Hp., X.; after γηράσκω, cf. s. v. and Schwyzer 708). 3. ἡβυλλιάω in ἡβυλλιῶσαι (ὀρχηστρίδες, Ar. Ra. 516; κόραι, Pherecr. 108, 29) be in the stength of youth (fem. dancers), hypocoristic formation of the language of comedians after the diminutives in -ύλλιον (μειρακύλλιον a. o.); hypothesis in Leumann Glotta 32, 215 w. n. 5.
Origin: IE [Indo-European] [503] *ieh₁gʷa (power of) youth
Etymology: From IE. *i̯ēguā, like Lith. jėgà power, stength, lett. ję̃ga power, sense. - Unclear Lat. Iegius = Osc. Ieíis (s. W.-Hofmann s. v.). Not here ἁβρός (s. v.).

Middle Liddell


I. manhood, youthful prime, youth, Lat. pubertas, νεηνίηι ἀνδρὶ ἐοικώς, τοῦπερ χαριεστάτη ἥβη Od.; ἥβης μέτρον ἱκέσθαι or ἱκάνειν = ἡβάσκειν, Od.
b. youthful strength, vigour, πειρώμενος ἥβης Il.; ἥβηι πεποίθεα Od.
c. legally, ἥβη was the time before manhood, at Athens 16 years of age; at Sparta, 18, so that τὰ δέκα ἀφ' ἥβης were men of 28, τὰ τετταράκοντα ἀφ' ἥβης men of 58, and so on, Xen.: cf. ἔφηβος.
2. metaph. youthful cheer, merriment, δαιτὸς ἥβη Eur.: also youthful passion, fire, spirit, Pind.
3. a body of youth, the youth, Lat. juventus, Aesch.
II. as femin. prop. n., Ἥβη, Hebe, daughter of Zeus and Hera, wife of Hercules, Hom.

Frisk Etymology German

ἥβη: {hḗbē}
Forms: dor. ἥβα, hyperäol. ἄβα
Grammar: f.
Meaning: reife Jugend, Jugendkraft, Mannbarkeit, auch als EN, Hebe, Tochter des Zeus und der Hera (seit Il.).
Composita : Als Hinterglied z. B. in ἔφηβος (ion. att. dor.; hyperdor. ἔφαβος) der herangewachsene Jüngling, Hypostase aus ἐφ’ ἥβης (ὤν) oder Bahuvrihi ([[bei welchem ἥβη ist]]), mit ἐφηβάω (nach ἡβάω), -εύω, -ικός, -ειος u. a.
Derivative: Ableitungen: 1. ἡβητής (seit h. Merc. 56), ἡβατάς (Lokr. Va), εἱβατάς (thess.), ἁβατάς (Kall. Lav. Pall. 109) im Jugendalter stehend, Jungling mit ἡβητικός (X.); hell. u. späte Dichter dafür ἡβητήρ, ἡβήτωρ (vgl. Fraenkel Nom. ag. 1, 121) wie von ἡβάω. 2. ἡβηδόν Adv. im mannbaren Alter (Heraklit., Hdt. usw.; vgl. Benveniste Rev. de phil. 81, 9). 3. ἡβοτά Jugend (pamphyl., nach βιοτή, Fraenkel KZ 43, 207ff.). Denominative Verba. 1. ἡβάω (seit Il.), ep. auch ἡβώω (wohl metr. Dehnung, s. Chantraine Gramm. hom. 1, 76 nach Wackernagel; andere Auffassungen bei Schwyzer 730), kret. ἡβίω (< -έω) in voller Jugendkraft stehen, altersreif sein, jugendlich froh sein, auch mit Präfix, z. B. ἀν-, ἐν-, ἐφ-; davon ἀνηβητήριος verjüngend (E. Andr. 552), ἐνηβητήριον Lustort (Hdt. 2, 133), ἡβητήριον ib. (Plu. u. a.); zu ἡβητήρ, -τωρ s. oben. 2. ἡβάσκω heranreifen, mannbar werden (Hp., X.; nach γηράσκω, vgl. s. v. und Schwyzer 708). 3. ἡβυλλιάω in ἡβυλλιῶσαι (ὀρχηστρίδες, Ar. Ra. 516; κόραι, Pherekr. 108, 29) ‘in der Jugendblüte stehende (Tänzerinnen)’, hypokoristische Bildung der Komikersprache im Anschluß an die Deminutiva auf -ύλλιον (μειρακύλλιον u. a.); Hypothese bei Leumann Glotta 32, 215 m. A. 5.
Etymology : Wenn aus idg. *i̯ēgā, stimmt ἥβη genau zu lit. jegà Kraft, Stärke, lett. ję̃ga Kraft, Verstand. — Der ital. PN lat. Iegius = osk. Ieíis (s. W.-Hofmann s. v.) ist, weil der Bedeutung nach unbekannt, für etymologische Kombinationen nicht verwertbar. Zu ἥβη auch ἁβρός (s. d.)?
Page 1,620