Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐνθεματίζω

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.
Full diacritics: ἐνθεμᾰτίζω Medium diacritics: ἐνθεματίζω Low diacritics: ενθεματίζω Capitals: ΕΝΘΕΜΑΤΙΖΩ
Transliteration A: enthematízō Transliteration B: enthematizō Transliteration C: enthematizo Beta Code: e)nqemati/zw

English (LSJ)

   A engraft, Gp.10.23.4.

German (Pape)

[Seite 841] einsetzen, pfropfen, Geop.

Greek (Liddell-Scott)

ἐνθεματίζω: ἐγκεντρίζω, Γεωπ. 10. 23, 4. Ἴδε σημ. ἐκδότου ἐν τόπῳ. Πρβλ. Ἐπιφάν. ΙΙ. 569Α.

Spanish (DGE)

1 bot. injertar τὰ τοιαῦτα (γένη) Gp.10.23.4, εἰ δέ τις τὰ ἀππίδια ἐνθεματίσει εἰς συκάμινον Gp.10.76.2, en v. pas. Gp.10.76.1.
2 introducir, aplicar κολλύρας τρεῖς Afric.Cest.1.12.19 (cód.), ταύτην (sc. ψηφῖδα) εἰς γῆν Epiph.Const.Haer.76.26.12.

Greek Monolingual

ἐνθεματίζω)
ενοφθαλμίζω, εγκεντρίζω, μπολιάζω
νεοελλ.
συμπληρώνω ξύλο ή αντικαθιστώ φθαρμένο μέρος του με προσθήκη, ματίζω, τσοντάρω
αρχ.
βάζω κάτι μέσα ή πάνω σε κάτι άλλο, αποθέτω, εμβάλλω.