Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰσχυροπλήκτης

Τὰ πάντα ῥεῖ καὶ οὐδὲν μένει -> Everything flows and nothing stands still
Heraclitus
Full diacritics: ἰσχῡροπλήκτης Medium diacritics: ἰσχυροπλήκτης Low diacritics: ισχυροπλήκτης Capitals: ΙΣΧΥΡΟΠΛΗΚΤΗΣ
Transliteration A: ischyroplḗktēs Transliteration B: ischyroplēktēs Transliteration C: ischyropliktis Beta Code: i)sxuroplh/kths

English (LSJ)

ου, ὁ,

   A wounding severely, gloss on διοπλήκταν, Hsch.

German (Pape)

[Seite 1273] ὁ, stark schlagend, Hesych.

Greek (Liddell-Scott)

ἰσχῡροπλήκτης: -ου, ὁ, ἰσχυρῶς πλήττων, Ἡσύχ. ἐν λ. διοπλήκταν.

Greek Monolingual

ἰσχυροπλήκτης, ὁ (Α)
αυτός που πλήττει ισχυρά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἰσχυρός + πλήκτης (< πλήσσω / πλήττω)].