Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πλήσσω

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: πλήσσω Medium diacritics: πλήσσω Low diacritics: πλήσσω Capitals: ΠΛΗΣΣΩ
Transliteration A: plḗssō Transliteration B: plēssō Transliteration C: plisso Beta Code: plh/ssw

English (LSJ)

Nic.Al.456, present used by Hom. and Att. writers only in compd. ἐκπλ- (cf. πλήγνυμι); Att. πλήττω Arist.Ph.224a33: fut.

   A πλήξω A.Fr.275, and late Prose, Philostr.VA5.39, (ἐπι-) Il.23.580, (ἐκ-) Pl.R.436e, (κατα-) X.Lac.8.3: aor. ἔπληξα, Ep. πλῆξα, Il.2.266, Hes.Th.855, Hdt.3.64, and later Greek, J.AJ4.8.33, Plu. 2.233f, BGU759.14 (ii A.D.), etc.; Dor. πλᾶξα Pi.N.1.49; never in Att. (E.IA1579 is spurious) exc. in compds. ἐκ-, κατα- (qq. v.); in the simple Verb the fut. and aor. of πατάσσω or παίω are used instead, as also in LXX: pf. πέπληγα, subj. πεπλήγῃ Ar.Av.1350, inf. πεπληγέναι X.An.6.1.5 (dub., but read by Ath.1.15e), part. πεπληγώς Il.5.763, al. (also in pass. sense in late writers, LXX 2 Ch.29.9, Plu.Luc.31, Luc.Trag.115, Q.S.5.91, etc.); later perf. πέπληχα Men.Epit.485, Sam.86, J.AJ4.8.33: Ep. redupl. aor. 2 ἐπέπληγον Il.5.504, πέπληγον 23.363, Od.8.264; inf. πεπληγέμεν Il.16.728, 23.660; but part. πεπλήγοντες in pres. sense, Call.Jov.53, Nonn.D.28.327:—Med., fut. πλήξομαι (κατα-) Plb.4.80.2, D.H.6.10, etc.: aor. ἐπληξάμην, Ep. πληξάμην, h.Cer.245, Hdt.3.14, and in late Prose, J.AJ16.10.7, (κατα-) Plb.2.52.1, etc.; part. πληξάμενος Il.16.125: Ep. aor. 2 πεπλήγετο 12.162, Od.13.198, πεπλήγοντο Il.18.51:—Pass., pres. πλήσσομαι Ptol.Harm.1.1: fut. πληγήσομαι X.Cyr.2.3.10, D.18.263 (but in compos. ἐκ-πλᾰγήσομαι); also πεπλήξομαι E.Hipp.894, Ar.Eq.271, Pl.Tht.180a: aor. ἐπλήχθην Ph.1.39, Dsc.1.93, Placit.4.14.3, but mostly ἐπλήγην, Hdt.5.120, S.OC605, etc. (the former nowhere in Trag., exc. ἐκ-πληχθείς E.Tr.183 (lyr.)); part. πληγείς Il.8.12, A.Th.608, Frr.139, 180, Antipho4.4.3, etc.; Dor. πλᾱγείς (v. infr. 1.1a ad fin.); Aeol. πλάγεις [ᾱ] Alc.Supp.26.3; (ἐπλάγην [ᾰ] only in compds. ἐξ-, κατ-, of persons struck with terror or amazement): pf. πέπληγμαι Hdt.1.41, etc.—in Att. and Trag., also LXX, the simple Verb is scarcely found exc. in fut. 2 and 3, aor. 2, and pf. Pass., but fut. Act. is used once by A., pf. 2 πέπληγα by Ar. and X. (v. supr.); Hdt. uses the Act. (aor.) only in 3.64,78.—The pres. πλήσσω, πλήσσομαι are unknown to Att. writers (also to LXX, exc. 4 Ma.14.19), who use the pres. Act. and Pass. of παίω, τύπτω instead (v. sub his vv.); whereas the aor. 2 Pass. ἐπλήγην is used instead of ἐπαίσθην, ἐπατάχθην, or ἐτύφθην (ἐτύπην): hence παίσαντές τε καὶ πληγέντες S.Ant.172; πότερον πρότερος ἐπλήγην ἢ ἐπάταξα Lys.4.15; πατάξας καταβάλλω, opp. πληγεὶς κατέπεσεν, Id.1.25,27; ὁ πληγεὶς ἀεὶ τῆς πληγῆς ἔχεται, κἂν ἑτέρωσε πατάξῃ τις, ἐκεῖσ' εἰσὶν αἱ χεῖρες D.4.40; ὅταν ὁ μὲν πληγῇ, ὁ δὲ πατάξῃ Arist.EN1132a8; πατάξαι ἢ πληγῆναι Id.Rh.1377a21; so in D.21.33,38 the Act. πατάξαι corresponds with the Pass. πληγῆναι in ib.36,39:—strike, smite, freq. in Hom., esp. of a direct blow, opp. βάλλειν (οὔτε πληγέντα... οὔτε βληθέντα Hdt.6.117), πλῆξεν… κόρυθος φάλον Il.3.362; σκήπτρῳ δὲ μετάφρενον ἠδὲ καὶ ὤμω πλῆξεν 2.266, cf. 16.791; πλήξας ξίφει αὐχένα ib.332; μή τις… ἐμὲ χειρὶ βαρείῃ πλήξῃ Od.18.57, etc.; ἱστὸς… πλῆξε κυβερνήτεω κεφαλήν 12.412: c. acc. dupl. pers. et rei, strike one on…, τὸν δ' ἄορι πλῆξ' αὐχένα Il.11.240, etc.; τὸν… ξίφεϊ… κληῗδα παρ' ὦμον πλῆξ' 5.147; τὸν… κατ' ἄκνηστιν μέσα νῶτα πλῆξα Od.10.162; πὺξ πεπληγέμεν, of boxers, Il.23.660; πλῆξ' αὐτοσχεδίην 12.192; πεπληγὼς ἀγορῆθεν ἀεικέσσι πληγῇσιν having driven him with blows, 2.264; κῦμα… μιν… πλῆξεν struck him, Od.5.431; ὦσε ποδὶ πλήξας 22.20; ἵππω πλήξαντε [ποσὶ τὸν νεκρόν] Il.5.588; πέπληγον χορὸν ποσίν Od.8.264; ἵππους ἐς πόλεμον πεπληγέμεν whip on the horses to the fray, Il.16.728; of Zeus, strike with lightning, Hes. Th.855:—Med., μηρὼ πληξάμενος having smitten his thighs, Il.16.125; καὶ ὣ πεπλήγετο μηρώ 12.162 (but στῆθος πλήξας Od.20.17); πλήξασθαι τὴν κεφαλήν, as a token of grief, Hdt.3.14:—Pass., to be struck, smitten, πληγέντε κεραυνῷ stricken by lightning, Il.8.455, etc.; of a ship, Διὸς πληγεῖσα κ. Od.12.416; of a tree, Hes.Sc.422, cf. Th.861; ἡ κριθὴ ἐπλήγη (by hail?) PPetr.2p.69 (iii B. C.): freq. in Trag., πληγεὶς θεοῦ μάστιγι A.Th.608; Διὸς πληγέντα… πυρί E.Supp.934; πληγείς τινος stricken by a man, Id.Or.497 (s.v.l.); ἔβραχε θύρετρα πληγέντα κληῗδι touched by the key, Od.21.50; ὥσπερ τὰ χαλκία πληγέντα… ἠχεῖ Pl.Prt.329a; ὑπὸ δόρατος πλαγεὶς δι' ἀμφοτέρων τῶν ὀφθαλμῶν IG42(1).122.64 (Epid., iv B. C.): c. acc. cogn., πέπληγμαι καιρίαν πληγήν A.Ag.1343.    b sting, πληγεῖσα ὑπὸ σκορπίου Sammelb.1267.6 (i A. D.).    2 with acc. of the thing set in motion, κονίσαλον ἐς οὐρανὸν ἐπέπληγον πόδες ἵππων struck the dust up to heaven, Il.5.504; Ζεὺς ἐπ' Ἴδᾳ πλᾶξε κεραυνόν (for Ἴδαν πλᾶξε κεραυνῷ) Pi.N.10.71:—Pass., πλήσσονται λινέαις ὄρτυγες ἐν νεφέλαις are dashed against the nets, Call.Aet.3.1.37.    3 strike or stamp as one does a coin, Κύπριος χαρακτὴρ… ἐν γυναικείοις τύποις .. πέπληκται A.Supp.283.    4 of musical sounds, οὑτωσὶ πληγέντα οὕτως ἐφθέγξατο τὰ φωνήεντα Plot.3.3.5.    II metaph. in Pass., receive a blow, to be heavily defeated, Hdt.5.120, 8.130, Th.4.108, 8.38; to be stricken by misfortune, συμφορῇ πεπληγμένον Hdt.1.41, cf. A.Ch. 31 (lyr.); στρατὸν τοσοῦτον πέπληγμαι I am smitten in so great a host, Id.Pers.1015 (lyr.); διανταίαν δόμοισι καὶ σώμασιν πεπλαγμένους Id.Th.896 (lyr.); φθινάσιν πληγεῖσα νόσοις S.Ant.819 (anap.).    2 to be smitten emotionally, ἱμέρῳ πεπληγμένοι A.Ag.544; also πληγέντες δώροισι touched by bribes, Hdt.8.5; ἐξ ἔρωτος Hermesian. 7.42; τὴν καρδίαν πληγεὶς ὑπὸ λόγων Pl.Smp.218a, etc.    3 Act. of wines, when smelt or drunk, overpower, τὴν κεφαλήν Gal.18(2).568, 15.672; shock, κατασεισμὸς πλήσσει [τινὰ] βιαίως Sor.1.72:— Pass., πληττομένη ἡ μήτρα Id.2.59. (Cf. πλάζω, Lat.plango, Goth. faiflōkun (redupl.) 'they beat their breasts'.)

German (Pape)

[Seite 635] att. -ττω, perf. II. πέπληγα, über dessen Bdtg s. unten, pass. πέπληγμαι, aor. pass. ἐπλή γην, πληγήσεσθαι, Xen. Cyr. 2, 3, 10, πεπλήξομαι, Eur. Hipp. 894 (in den Zusammensetzungen ἐξεπλάγην, κατεπλάγην, s. d. W.); Hom. hat neben dem aor. I. ἔπληξα u. ἐπληξάμην auch den aor. II. mit der Reduplication πέπληγον, int. πεπληγέμεν u. med. πεπληγόμην, auch ἐπέπληγον, Il. 5, 504; – schlagen, hauen, stoßen, übh. treffen, bes. im Nahkampf, Ggstz von βάλλω, Her. 6, 117; mit dem accus. der Person oder des getroffenen Theiles, σκήπτρῳ δὲ μετάφρενον ήδὲ καὶ ὤμω πλῆξεν, Il. 2, 266; ἕτερον ξίφεϊ πλῆξε, 5, 147; und mit dem doppelten accus., τὸν δ' ἄορι πλῆξ' αὐχένα, 11, 240; pass., Λιὸς πληγέντι κεραυνῷ, 15, 117, u. öfter; vgl. ἐν Ἴδᾳ πλᾶξε κεραυνόν, Pind. N. 10, 71; u. so, mit dem Blitze treffen, Hes. Th. 855, vgl. Sc. 422; Eur. Suppl. 934; das perf. in activer Bdtg, ῥάβδῳ πεπληγυῖα, Od. 10, 238. 319, vgl. Il. 5, 763; αὐτὸν πεπληγὼς πληγῇσιν, 2, 264; πέπληγον δὲ χορὸν ποσίν, von dem Aufschlagen, Stampfen der Füße im Tanze, Od. 8, 264, vgl. 22, 20; auch mit näherer Ortsbestimmung, τὸν κατ' ἄκνηστιν μέσα νῶτα πλῆξα, 10, 161; eigenthüml. κονίσαλον ἐς οὐρανὸν ἐπέπληγον πόδες ἵππων, den Staub schlugen, trieben die Füße der Rosse gen Himmel, Il. 5, 504; vgl. ἵππους ἐς πόλεμον πεπληγέμεν, die Rosse in die Schlacht treiben, 16, 728; med., πλήξασθαι μηρώ, sich die Hüften schlagen, 16, 125. – Häufig bei den Tragg. im pass. (das activ. Aesch. frg. 257, ἵνα πλήξειεν Eur. I. A. 1579; πατάσσω vertritt die Stelle dieses Activums): πληγεὶς θεοῦ μάστιγι, Aesch. Spt. 590; πέπληγμαι καιρίαν πληγήν, ich bin von einem tödtlichen Schlage getroffen, Ag. 1516; auch δαίμονος χολῇ βαρείᾳ δυστυχῶς πεπληγμένοι, 1645; καὶ θεός περ ἱμέρῳ πεπληγμένος, 1176 (vgl. Eur. Med. 556); eigenthümlich χαρακτὴρ πέπληκται τεκτόνων πρὸς ἀρσένων, ist hineingeschlagen, ausgeprägt, Suppl. 280; τῆς ἀνδροφθόρου πληγέντ' ἐχίδνης ἀγρίῳ χαράγματι, getroffen, gebissen, Soph. Phil. 267; παίσαντές τε καὶ πληγέντες, Ant. 172; φθινάσιν πληγεῖσα νόσοις, 813; βαρείᾳ συμ φορᾷ πεπλήγμεθα, Eur. Alc. 406; Ar. u. in Prosa; auch med., πλήξασθαι τὴν κεφαλήν, sich den Kopf schlagen, als Ausdruck der Trauer, Her. 3, 14; pass. geschlagen, besiegt werden, Her. 5, 120. 8, 130, wie Thuc. ἐν πολλαῖς ταῖς πρὶν μάχαις πεπληγμένοι, 8, 38, vgl. 4, 108; vom Unglück betroffen werden, Her. 1, 41; u. übertr., bestochen werden, 8, 5; ὡςπερεὶ ὑπὸ ἀγαθοῦ πύκτου πληγείς, Plat. Prot. 339 e; καθαπερεὶ πληγεῖσα ὑπὸ τῶν νῦν δὴ λόγων, Phil. 22 e; ἑτέρῳ πεπλήξει ῥηματισκίῳ, Theaet. 180 a; πέπληγα hat bei Ar. Av. 1350 activ. Bdtg; bei Xen. An. 5, 9, 5, τέλος δὲ ὁ ἕτερος τὸν ἕτερον παίει, ὡς πᾶσι δοκεῖν πεπληγέναι τὸν ἄνδρα (wo v. l. πεπληχέναι), ist es auch wohl akt., »er schien den Mann getroffen zu haben«, so daß nicht mit Buttmann πεπλῆχθαι zu ändern ist; aber bei Sp. intrans., πεπληγότες Plut. Lucull. 31, D. Hal. 6, 25.

Greek (Liddell-Scott)

πλήσσω: Νικ. Ἀλεξιφ. 456, ἐν χρήσει παρ’ Ὁμ. καὶ τοῖς δοκίμοις τῶν Ἀττ. μόνον ἐν συνθέσει, ἐκπλ- (ἴδε ἐν τέλ. καὶ πρβλ. πλήγνυμι), Ἀττ. πλήττω Ἀριστ. Φυσ. 5, 1, 2· ― μέλλ. πλήξω Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 270, (ἐκ-) Πλάτ., (κατα-) Ξεν.: ― ἀόρ. ἔπληξα, Ἐπικ. πλῆξα Ὅμ., Ἡσ., καὶ μεταγεν., ἀλλ’ οὐδέποτε Ἀττ. (διότι τὸ τοῦ Εὐρ. ἐν Ι. Α. 1579 εἶναι νόθον) εἰ μὴ ἐν συνθέτοις ἐξ-, κατά-· ― πρκμ. πέπληγα, ὑποτακτ. πεπλήγῃ Ἀριστοφ. Ὄρν. 1350, ἀπαρ. πεπληγέναι Ξεν. Ἀνάβ. 5. 9, 5, μετοχ. πεπληγὼς Ὅμ. (ἀλλ’ ὁ πρκμ. οὗτος προσέλαβε παθητ. σημασίαν παρὰ μεταγενικ., ὡς ἐν Πλουτ. Λουκούλλῳ 31, Λουκ. Τραγῳδοποδάγρ. 115, Κόϊντ. Σμ. 5. 91, Ἑβδ., κλ., ἴδε Oudend. εἰς Θωμ. Μάγιστρ. σ. 703)· ― ἐντεῦθεν ἐσχηματίσθη Ἐπικ. ἀόρ. βϳ μετ’ ἀναδιπλ. ἐπέπληγον Ἰλ. Ε. 504, ἢ πέπληγον Ψ. 363, Ὀδ. Θ. 264, ἀπαρ. πεπληγέμεν Ἰλ. Π. 728, Ψ. 660. ― Μέσ., μέλλ. πλήξομαι (κατα-) Πολύβ. 4. 80, 2, Διον. Ἁλ. 6. 10, κτλ., (ἐπὶ παθ. σημασ., Χρησμ. Σιβυλλ. 7. 17)· ― ἀόρ. ἐπληξάμην Ἡρόδ. 3. 14, καὶ παρὰ μεταγεν. πεζογράφοις· μετοχ. πληξάμενος Ἰλ. Π. 125. ― Ἐπικ. ἀόρ. βϳ πεπλήγετο Μ. 162, Ὀδ. Ν. 198, πεπλήγοντο Ἰλ. Σ. 51. ― Παθ., μέλλ. πληγήσομαι Ξεν. Κύρ. 2. 3, 10, Δημ. 314. 26 (ἀλλ’ ἐν συνθέτοις ἐκπλᾰγήσομαι)· ὡσαύτως πεπλήξομαι Εὐρ. Ἱππ. 894. Ἀριστοφ. Ἱππ. 272, Πλάτ. ― ἀόρ. ἐπλήχθην Πλούτ. 2. 901C, ἀλλὰ τὸ πλεῖστον ἐπλήγην, Ἡρόδ. 5. 120, Αἰσχύλ. Θήβ. 608, Ἀποσπ. 129, 179, Σοφ. Ο. Κ. 605, Ἀντιφῶν 125. 1, κτλ., (τὸ ἐπλήχθην οὐδαμοῦ παρὰ Τραγικ. ἀπαντᾷ πλὴν παρ’ Εὐρ. ἐν Τρῳ. 183 ἐν τῇ συνθέτῳ μετοχῇ ἐκπληχθείς): μετοχ. πληγείς, Ὅμ., Ἀττ., Δωρ. πλᾱγεὶς Ἐπίχ. 159 Ahr., Θεόκρ. 22. 198· (ἐπλάγην [ᾰ] μόνον ἐν τοῖς συνθέτοις ἐξ-, κατ- ἐπὶ προσώπων προσβαλλομένων ὑπὸ τρόμου ἢ θάμβους)· ― πρκμ. πέπληγμαι Ἡρόδ. 1. 41, Ἀττ. ― Ἡ γνησία Ἀττ. χρῆσις τοῦ ἁπλοῦ ῥήματος περιορίζεται εἰς τὸν μέλλ. βϳ καὶ γϳ, ἀόρ. βϳ, καὶ πρκμ. τοῦ πάθ., ἂν καὶ ὁ μέλλ. τοῦ ἐνεργ. εὕρηται ἅπαξ παρ’ Αἰσχύλ., ὁ δὲ πρκμ. βϳ πέπληγα παρ’ Ἀριστοφ. καὶ Ξεν. (ἴδε ἐν ἀρχῇ)· ― ὁ Ἡρόδ. χρῆται τῷ ἐνεργ. (ἀορ.) μόνον ἐν 3, 78. ― Οἱ ἐνεστῶτες πλήσσω, πλήσσομαι εἶναι ἄγνωστοι τοῖς Ἀττ., οἵτινες ἀντ’ αὐτῶν χρῶνται τῷ ἐνεστ. ἐνεργ. καὶ παθ. τῶν ῥημάτων παίω, πατάσσω, τύπτω (ἴδε τὰς λέξεις)· ἐν ᾧ ὁ παθ. ἀόρ. βϳ τοῦ πλήσσω εἶναι ἐν χρήσει ἀντὶ τοῦ αὐτοῦ χρόνου τῶν ῥημάτων ἐκείνων· ὅθεν, παίσαντές τε καὶ πληγέντες Σοφ. Ἀντ. 171· πότερον πρότερον ἐπλήγην ἢ ἐπάταξα Λυσί. 102. 9· πατάξας καταβάλλω, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ πληγεὶς κατέπεσεν, ὁ αὐτ. 94. 9 καὶ 18· ὁ πληγεὶς ἀεὶ τῆς πληγῆς ἔχεται, κἂν ἑτέρωσε πατάξῃς, ἐκεῖσέ εἴσιν αἱ χεῖρες Δημ. 51. 27· ὅταν ὁ μὲν πληγῇ, ὁ δὲ πατάξῃ Ἀριστ. Ἠθικ. Νικ. 5. 4, 4· πατάξαι καὶ πληγῆναι ὁ αὐτ. ἐν Ρητορ. 1, 15, 29· οὕτω παρὰ Δημ. 524. 28., 526. 15 τὸ ἐνεργ. πατάξαι εἶναι ἀντίστοιχον τῷ παθ. πληγῆναι ἐν 525. 27., 526. 27. Τὸ δὲ παίω πάλιν σπανίως κεῖται ἐν τῷ παθ., τὸ δὲ πατάσσω ἴσως οὐδέποτε. (Ἐκ τῆς √ΠΛΑΓ παράγεται καὶ τὸ πληγή, (καὶ ἴσως τὰ πλάζω, πλαγχθῆναι)· πρβλ. Λατ. plāg-a, plang-o planc-tus· Λιθ. plak-u (ferio)· Γοτθ. flêk-an (κόπτεσθαι)). Κτυπῶ, πατάσσω, συχν. παρ’ Ὁμ.· μάλιστα ἐπὶ κτυπήματος ἐκ τοῦ συστάδην, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὸ βάλλειν, (οὔτε πληγέντα..., οὔτε βληθέντα Ἡρόδ. 6. 117), πλῆξεν... κόρυθος φάλον Ἰλ. Γ. 362· σκήπτρῳ δὲ μετάφρενον ἠδὲ καὶ ὤμω πλῆξεν Β. 266, πρβλ. Π. 791· πλήξας ξίφει αὐχένα Π. 332· μή τις... ἐμὲ χειρὶ βαρείῃ πλήξῃ Ὀδ. Σ. 57, κτλ.· ἱστὸς... πλῆξε κυβερνήτεω κεφαλὴν Ὀδ. Μ. 412· ― μετὰ διπλῆς αἰτ. προσ. καὶ πράγματ., κτυπῶ τινα εἰς..., τὸν δὲ ἄορι πλῆξ’ αὐχένα Ἰλ. Λ. 240, κτλ.· καὶ ἔτι στενώτερον ὁριζόμενον, τον... ξίφεϊ... κληῖδα παρ’ ὦμον πλῆξ’ Ε. 146· τὸν κατ’ ἄκνηστιν μέσα νῶτα πλῆξα Ὀδ. Κ. 161· πὺξ πεπληγέμεν, ἐπὶ πυγμάχων, Ἰλ. Ψ. 660 ― μετὰ συστοίχ. αἰτ., πλῆξ’ αὐτοσχεδίην Μ. 192, κτλ., πρβλ. Αἰσχύλ. Ἀγ. 1343· ― πεπληγὼς ἀγορῆθεν ἀεικέσσι πληγῇσιν, ἐκβαλὼν διὰ κτυπημάτων ἐκ τῆς ἀγορᾶς, Ἰλ. Β. 264· κῦμα... μιν αὖθις πλῆξεν, ἐκ νέου τὸν ἐκτύπησεν, Ὀδ. Ε. 431. ὦσε ποδὶ πλήξας Χ. 20· ἵππου πλήξαντε [ποσὶ τὸν νεκρὸν] Ἰλ. Ε. 588· ἀλλά, πέπληγον χορὸν ποσίν, ὡς τὸ Λατ. terram pulsare ἢ pede quatere Ὀδ. Θ. 264· ἐκέλευσεν ἵππους ἐς πόλεμον πεπληγέμεν, μαστίζειν αὐτοὺς εἰς πόλεμον, νὰ ὁρμήσωσιν εἰς τὴν μάχην, Ἰλ. Π. 728· ἐπὶ τοῦ Διός, κτυπῶ, προσβάλλω διὰ κεραυνοῦ, Ἡσ. Θ. 855, ἴδε κατωτ. 2, πρβλ. παίω. ― Μέσ., μηρὼ πληξάμενος, κτυπήσας τοὺς μηρούς του, Ἰλ. Π. 125· καὶ ὣ πεπλήγετο μηρὼ Μ. 162, (ἀλλά, στῆθος πλήξας Ὀδ. Υ. 17)· πλήξασθαι τὴν κεφαλὴν Ἡρόδ. 3. 14· τοῦτο ἐξέφραζε θλῖψιν ὡς τὰ κόπτεσθαι, τύπτεσθαι, Λατ. plangere. ― Παθ., κτυποῦμαι, πληγέντε κεραυνῷ, προσβληθέντες ὑπὸ κεραυνοῦ, κτυπηθέντες, Ἰλ. Θ. 456, κτλ.· ἐπὶ νεώς, Διὸς πληγεῖσα κ. Ὀδ. Π. 416, Ξ. 306· ἐπὶ δένδρου, Ἡσ. Ἀσπ. Ἡρ. 422, πρβλ. Θεογον. 861· συχν. παρὰ Τραγ., πληγεὶς θεοῦ μάστιγι Αἰσχύλ. Θήβ. 608· Διὸς πληγέντα... πυρὶ Εὐρ. Ἱκέτ. 934· πληγείς τινος, κτυπηθεὶς ὑπό τινος, ὁ αὐτ. ἐν Ὀρ. 497· ἔβραχε θύρετρα πληγέντα κληῖδι, κτυπηθέντα ὑπὸ τῆς κλειδός, Ὀδ. Φ. 50· ὥσπερ τὰ χαλκεῖα πληγέντα... ἠχεῖ Πλάτ. Πρωτ. 329Α. 2) μετ’ αἰτ. τοῦ εἰς κίνησιν τιθεμένου πράγματος, κονίσαλον ἐς οὐρανὸν ἐπίπληγον πόδες ἵππων, πλήττοντες ἤγειρον μέχρις οὐρανοῦ, Ἰλ. Ε. 504· Ζεὺς ἐπ’ Ἴδαν πλᾶξε κεραυνὸν (ἀντὶ Ἴδαν πλᾶξε κεραυνῷ) Πινδ. Ν. 10. 132. 3) ἐν τῷ παθ., λαμβάνω δυνατὸν κτύπημα, κτυποῦμαι, (πρβλ. πληγή), Ἡρόδ. 5. 120., 8. 130, Θουκ. 4. 108., 8. 38· ― καταλαμβάνομαι, προσβάλλομαι ὑπὸ δυστυχίας, Ἡρόδ. 1. 41· ― στρατὸν τοσοῦτον πέπληγμαι, δηλ. ἔχω ἀπολέσῃ αὐτὸν διὰ ταύτης τῆς ἥττης, Αἰσχύλ. Πέρσ. 1014· δόμοισι καὶ σώμασι πεπλαγμένους ὁ αὐτ. ἐν Θήβ. 895. 4) ἐπὶ νομίσματος, κόπτω, Κύπριος χαρακτήρ... ἐν γυναικείοις τύποις... πέπληκται ὁ αὐτ. ἐν Ἱκέτ. 283. ΙΙ. μεταφορ., ἐπὶ αἰφνιδίων ἢ ζωηρῶν συγκινήσεων, προσβάλλω τινὰ καὶ στερῶ τοῦ λογικοῦ, φέρω εἰς παραφροσύνην, ἐκπλήττω, ἔκ με πλήσσουσι Ὀδ. Σ. 231, πρβλ. Ἰλ. Ν. 394 (ἂν καὶ αἱ φράσεις αὗται κυρίως ἀνήκουσιν, εἰς τὸ ἐκπλήσσω). ― Παθ., συμφορῇ πέπληγμαι Ἡρόδ. 1. 41, Αἰσχύλ., κτλ.· φθινάσι πληγεῖσα νόσοις Σοφ. Ἀντ. 819· ἱμέρῳ, χολῇ πεπληγμένος Αἰσχύλ. Ἀγ. 544, 1660, πρβλ. ἐκπλήσσω ΙΙ. 2· ὡσαύτως, δώροισι πληγείς, δελεασθείς, πεισθεὶς διὰ τῶν δώρων, Ἡρόδ. 8. 5· ἐξ ἔρωτος Ἑρμησιάναξ 42· τὴν καρδίαν Πλάτ. Συμπ. 218Α, κτλ. ― Ἴδε Κόντου Φιλολ. Σύμμικτα ἐν Ἀθηνᾶς τ. Δϳ, σ. 500 κἑξ.

French (Bailly abrégé)

f. πλήξω, ao. ἔπληξα, rare et poét. pf.2 πέπληγα;
Pass. ao. ἐπλήχθην, ao.2 ἐπλήγην ou ἐπλάγην, pf. πέπληγμαι;
I. tr. frapper :
1 sans idée d’hostilité frapper, heurter : πέπληγον χορὸν ποσί OD ils frappèrent le sol de leurs pieds pour la danse ; ἵππῳ πλήξαντε IL les deux chevaux ayant heurté (le cadavre) ; ἵππους ἐς πόλεμον πεπληγέμεν IL pousser des chevaux dans la bataille;
2 avec idée d’hostilité frapper, blesser, particul. frapper d’un coup de la main ou d’une arme de trait (p. opp. à βάλλειν, frapper d’une arme de jet, d’un projectile) : πλήσσειν σκήπτρῳ IL frapper d’un bâton ; πλήσσειν τινά, frapper qqn ; avec double acc. τὸν δ’ ἄορι πλῆξ’ αὐχένα IL il le frappa au cou de son épée;
3 frapper, battre, vaincre ; Pass. être battu en campagne, être vaincu, subir une défaite;
4 atteindre ; Pass. se laisser atteindre, donner prise sur soi ; se laisser corrompre : δώροισι HDT, ὑπὸ τῆς δωροδοκίας PLUT par des présents;
5 fig. frapper ; Pass. être frappé, être atteint : συμφορῇ HDT par un malheur ; νόσῳ SOPH par une maladie;
II. intr. (au pf. πέπληγα) être frappé : νῶτα LUC sur le dos ; abs. être battu;
Moy. πλήσσομαι (ao. inf. πλήξασθαι) frapper sur soi, se frapper : μηρώ IL les deux cuisses (en signe de colère ou d’indignation) ; τὴν κεφαλήν HDT la tête (en signe de deuil).
Étymologie: R. Πλαγ, frapper ; cf. lat. plaga, plango, etc.

English (Autenrieth)

aor. πλῆξα, aor. 2 redup. (ἐ)πέπληγον, inf. πεπληγέμεν, perf. πέπληγα, part. -γώς, -γυῖα, mid. aor. part. πληξάμενος, aor. 2 πεπλήγετο, -οντο, pass. aor. πλήγη, πληγείς: strike, smite; mid., subjectively, Il. 16.125 ; χορὸν ποσίν, in dancing, Od. 8.264; of the bolt struck (shot) by the key, Od. 21.50; freq. of wounding, Il. 11.240, Il. 16.332; metaph., ἐκ γάρ με πλήσσουσι, ‘distract,’ Od. 18.231, Il. 13.394.

Spanish

golpear

English (Strong)

apparently another form of πλάσσω (through the idea of flattening out); to pound, i.e. (figuratively) to inflict with (calamity): smite. Compare τύπτω.

English (Thayer)

(cf. πληγή (πέλαγος), Latin plango, plaga; Curtius, § 367): 2nd aorist passive ἐπλήγην; from Homer down; the Sept. for הִכָּה (see πατάσσω, at the beginning); to strike, to smite: passive (of the heavenly bodies smitten by God that they may be deprived of light and shrouded in darkness), ἐκπλήσσω, ἐπιπλήσσω.)

Greek Monolingual

πλήττω και πλήσσω ΝΜΑ
καταφέρω πλήγμα, χτυπώ κάποιον με κάτι
νεοελλ.
1. τραυματίζω, πληγώνω
2. καταλαμβάνομαι από ανία, αισθάνομαι πλήξη, βαριέμαι
3. στενοχωριέμαι, μελαγχολώ
4. μτφ. πληγώνω ψυχικώς («τὸν έπληξε μεγάλη συμφορά»)
αρχ.
1. (για τον Δία) χτυπώ, προσβάλλω με κεραυνό
2. σηκώνω, εγείρω («κονίσαλον ἐς οὐρανὸν ἐπέπληγον πόδες ἵππων» — σκόνη σήκωναν στον αέρα τα πόδια τών αλόγων, Ομ. Ιλ.)
3. (σχετικά με νόμισμα) χαράζω, κόβω
4. (για κρασί) επιφέρω ζάλη, βαράω στο κεφάλι
5. (για σεισμό) διασείω, κουνώ, συγκλονίζω
6. μτφ. (σχετικά με ξαφνικές ή ζωηρές συγκινήσεις) στερώ από κάποιον το λογικό του, φέρνω σε παραφροσύνη
7. παθ. πλήττομαι και πλήσσομαι
α) ηττώμαι, νικιέμαι
β) προσβάλλομαι από δυστυχία, δυστυχώ
γ) προσβάλλομαι από αρρώστια, αρρωσταίνω
δ) καταλαμβάνομαι από δυνατό συναίσθημα, ὁπως λ.χ. από πόθο, από έρωτα
ε) δωροδοκούμαι, δελεάζομαι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. πλήσσω / πλήττω ανάγεται στην απαθή βαθμίδα της ΙΕ ρίζας plā-k-/plā-g- (< pleә2-) «χτυπώ», η οποία απαντά και με άηχη ουρανική παρέκταση -κ- και με ηχηρή -γ- (για την εναλλαγή αυτή πρβλ. πήγνυμι). Ο ενεστ. πλήσσω (< plā-k-jo) έχει σχηματιστεί από θ. με παρέκταση -κ- και μπορεί να συνδεθεί με αντίστοιχο σλαβ. ρ. με σημ. «μεμψιμοιρώ, γογγύζω», δηλ. «χτυπώ το στήθος μου από λύπη» (πρβλ. αρχ. σλαβ. plačo se) καθώς και με λιθουαν. plokis «χτύπημα». Στην απαθή βαθμίδα της ρίζας με ηχηρό ουρανικό –γ- ανάγονται οι τ.: πληγή / πλᾱγᾱ, μέλλ. πληγ-ήσομαι, παρακμ. πέ-πληγ-μαι, ενώ τη συνεσταλμένη βαθμίδα plă- / ple2-g εμφανίζουν ο παθ. μέλλ. και ο αόρ. β' πλᾰγ-ήσομαι, -πλᾰγ-ην και το ρήμα πλάζω (< πλᾰ-γ-γ-jο). Η ρίζα του ρ. πλήσσω (pleә2-) θα μπορούσε πιθ. να συνδεθεί με τη ρίζα pelā / peә2- / plā- «ευρύς, απλώνω» (πρβλ. πλάξ, πλάγιος κ.λπ.), αν θεωρηθεί ότι η σημ. «απλώνω» μπορεί να έχει προέλθει από μια αρχική σημ. «χτυπώ κάτι ώστε να απλωθεί, να γίνει πλατύ». Στην ίδια οικογένεια με το πλήσσω / πλήττω ανήκουν και τα νεώτερα: γερμ. plagen «βασανίζω», fluchen «καταριέμαι», γαλλ. se plaindre «οικτίρω, θρηνώ», αγγλ. plague «βασανίζω» (βλ. και λ. πλάζω). Στη Νέα Ελληνική το ρ. πλήττω χρησιμοποιήθηκε, επίσης, με σημ. «αισθάνομαι ανία, βαριέμαι» (πρβλ. πληκτικός, πλήξη) ακολουθώντας ανάλογη σημασιολογική εξέλιξη με αυτήν του συνώνυμου ρ. βαρώ (πρβλ. βαριέμαι, βαρετός).
ΠΑΡ. πληγή, πλήγμα, πληκτικός, πλήκτρο(ν), πλήξη(-ις)
αρχ.
πληγμός, πληκτήρ, πλήκτωρ.
ΣΥΝΘ. (Β' συνθετικό) εκπλήσσω(-ττω), επιπλήττω, καταπλήσσω(-ττω)
αρχ.
αντεκπλήσσω, αντικαταπλήσσω, αντιπλήσσω, αποπλήττω, διαπλήσσω, εμπλήττω, παραπλήττω, προεκπλήσσω, προεπιπλήσσω, προκαταπλήσσω, προπλήσσω, προσεπιπλήττω, προσκαταπλήσσω, προσπλήττω, συνεκπλήττω, υπερεκπλήσσω, υποπλήττω
νεοελλ.
αντεπιπλήττω].

Greek Monotonic

πλήσσω: μέλ. πλήξω, αόρ. αʹ ἔπληξα, Επικ. πλῆξα· παρακ. πέπληγα (χρησιμ. ως Παθ. σε μεταγεν. συγγραφείς)· Επικ. αναδιπλ. αόρ. βʹ ἐπέπληγον ή πέπληγον, απαρ. πεπληγέμεν — Μέσ., μέλ. πλήξομαι, αόρ. αʹ ἐπληξάμην· Επικ. γʹ ενικ. αόρ. βʹ πεπλήγετο, γʹ πληθ. πεπλήγοντο — Παθ., μέλ. πληγήσομαι και πεπλήξομαι, αόρ. αʹ ἐπλήχθην, αόρ. βʹ ἐπλήγην, μεταγεν. ἐπλάγην [ᾰ], παρακ. πέπληγμαι· (√ΠΛΑΓ ή √ΠΛΗΓ
I. 1. χτυπώ, πατάσσω, σε Όμηρ.· λέγεται για πλάγιο χτύπημα, αντίθ. προς το βάλλω, σε Όμηρ. κ.λπ.· με δύο αιτ. προσ. και πράγμ., τὸν πλῆξε αὐχένα, τον χτύπησε στον αυχένα, σε Ομήρ. Ιλ.· πὺξ πεπληγέμεν, λέγεται για τους πυγμάχους, στο ίδ.· με σύστ. αιτ., πλῆξ' αὐτοσχεδίην (ενν. πληγήν), στο ίδ.· πεπληγὼς πληγῇσιν, τον οδήγησε έξω με χτυπήματα, στο ίδ.· πέπληγον χορὸνποσίν, όπως Λατ. terram pede pulsare, σε Ομήρ. Οδ.· ἵππους ἐς πόλεμον πεπληγέμεν, μαστιγώνουμε τα άλογα για να ορμήσουν στη μάχη, σε Ομήρ. Ιλ.· λέγεται για το Δία, πλήττω με κεραυνό, σε Ησίοδ. — Μέσ., μηρὼ πληξάμμενος, έχει χτυπηθεί στους μηρούς του, σε Ομήρ. Ιλ.· πλήξασθαι τὴνκεφαλήν, ως ένδειξη θλίψης, σε Ηρόδ. — Παθ., χτυπιέμαι, λαμβάνω δυνατό χτύπημα, πλήττομαι, σε Όμηρ., Τραγ.
2. με αιτ. του πράγμ. που τίθεται σε κίνηση, κονίσαλον ἐς οὐρανὸν ἐπέπληγον πόδες ἵππων, αφού χτυπήθηκαν γύρισαν προς τον ουρανό, σε Ομήρ. Ιλ.
3. Παθ., λαμβάνω δυνατό χτύπημα, χτυπιέμαι, σε Ηρόδ., Θουκ.· πλήττομαι από τη δυστυχία, σε Ηρόδ.· στρατὸν τοσοῦτον πέπληγμαι, δηλ. τον έχασα από αυτό το χτύπημα, σε Αισχύλ.
II. μεταφ., λέγεται για ζωηρά αισθήματα, χτυπώ κάποιον και τον στερώ από τις αισθήσεις της λογικής, εκπλήσσω, φέρνω σε παραφροσύνη, σε Όμηρ. — Παθ., συμφορῇ πέπληγμαι, σε Ηρόδ. κ.λπ.· δώροισι πληγείς, δελεάστηκε από δωροδοκίες, στο ίδ.

Russian (Dvoretsky)

πλήσσω: атт. πλήττω (fut. πλήξω, aor. ἔπληξα - эп. πλῆξα, эп. aor. 2 (ἐ)πέπλεγον - с inf. πεπληγέμεν; fut. 3 med. πεπλήξομαι; pass. aor. ἐπλήγην - эп. πλήγην, реже ἐπλήχθην, pf. πέπληγμαι, fut. πληγήσομαι; adj. verb. πληκτός; - в атт. прозе praes., impf., fut. и aor. act. и med. обычно заменяются соотв. формами глаголов παίω, πατάσσω или τύπτω)
1) хлопать, топать (χορὸν ποσί Hom.): πλήξασθαι μηρώ Hom. хлопнуть себя по бедрам;
2) взбивать (κονίσαλον ἐς οὐρανόν Hom.);
3) ударять, бить, поражать (τινὰ χειρί Hom.): π. τινὰ ἄορι αὐχένα Hom. ударить кого-л. мечом по шее; πληγῆναι κεραυνῷ Hom. быть пораженным молнией; πλεγεὶς νόσοις Soph. сраженный болезнями; πέπληγμαι καιρίαν πληγήν Aesch. я сражен смертельным ударом; παίσαντές τε καὶ πληγέντες Soph. нанося удары и получая их, т. е. во взаимной схватке; πότερον πρότερος ἐπλήγην ἢ ἐπάταξα Lys. (не помню), мне ли раньше был нанесен удар, или я нанес его; ἀνακλαύσας ἐπλήξατο τὴν κεφαλήν Her. громко зарыдав, он стал бить себя по голове; ἱμέρῳ πεπληγμένος Aesch. раненый, т. е. охваченный страстью; τὴν καρδίαν πληγείς Plat. раненый в сердце; δόμοισι καὶ σώμασι πεπλαγμένοι Aesch. пострадавшие и в отношении своих семейств и лично; στρατὸν πέπληγμαι Aesch. я лишился армии; ἐπλήγη τὸ τρίτον τοῦ ἡλίου NT треть солнца подверглась затмению;
4) подстегивать, погонять (ἵππους ἐς πόλεμον Hom.);
5) наносить поражение, разбивать: οἱ Ἀθηναῖοι ἐν τοῖς Βοιωτοῖς πεπληγμένοι Thuc. афиняне, потерпев(шие) поражение в Беотии;
6) поощрять, подкупать: πληγέντες δώροισι Her. подкупленные дарами;
7) принимать удары, быть поражаемым (πεπληγότες πολλάκις Plut.);
8) чеканить, запечатлевать: Κύπριος χαρακτὴρ εἰκὼς πέπληκται Aesch. (в лицах Данаид) верно запечатлены кипрские черты (жителей г. Кипра в Ливии).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πλήσσω Ion. voor πλήττω.

Frisk Etymological English

Grammatical information: v.
Meaning: often (in pres. in the older language always) with prefix in diff. senses, e.g. ἐκ-, ἐπι-, κατα-, παρα-, to strike, to slap, to thrust, to hit, pass. to be beaten, thrust, hit, struck (ἐκ- πλήσσω to startle, ἐπι- πλήσσω usu. to criticize, to scold, παρα- πλήσσω in pass. to become crazy etc.).
Other forms: Att. -ττω (ἐκ-πλήγνυμαι Th.), aor. πλῆξαι (Il.), Dor. πλᾶξαι, redupl. (ἐ-)πέπληγον (Hom.), pass. πληγῆναι (Il.), Dor. Aeol. πλαγῆναι, with prefix -πλαγῆναι (IA.), πληχθῆναι (E., late), fut. πλήξω (Il.), pass. πληγήσομαι, -πλαγήσομαι (Att.), perf. πέπληγα (Il.: πεπληγώς), πέπληχα (hell.), pass. πέπληγμαι (IA.),
Compounds: As 1. member in governing compp., e.g. πλήξ-ιππος flogging horses (ep. poet.Il.).
Derivatives: Several derivv. Nom. actionis: 1. πληγή, Dor. πλαγά f. hit, wound etc. (Il.). 2. πλήγανον βακτηρία, πληγάς δρέπανον H. 3. πλῆγ-μα n. = πληγή (S., E., Arist.), -μός m. id. (medic., κατά- πλήσσω LXX). 4. ἀπό-, ἔκ-, ἔμ-, ἐπί-, κατά-πληξις f. apoplexy, concussion etc. (IA.); πλῆξις, Dor. πλᾶξις f. striking (Ti. Locr.). Nom. agentis a. instr. 5. πλῆκτρον, Dor. πλᾶκτρον n. instrument for striking, mallet (h. Hom., Pi.). 6. πληκτήρ m. id. (Hdn. Gr.); πλακτήρ τὸ τοῦ ἀλεκτρυόνος πλῆκτρον H.; πλάκτωρ m. (Dor.) striker (AP), πλήκτης m. id. (Hp., Arist.), ἐπι- πλήσσω blamer, castigator (Gloss.), -πλήκτειρα f. who drives on (AP). Adj., mostly as 2. member: 7. -πληξ, e.g. παραπλήξ, -γος stricken sideways (ε 418), crazy (IA.), paralyzed (Hp.) with -ηγία, -ηγικός (Hp.), οἰστρο-πλήξ stung by a gadfly (trag.); πλήξ as simplex only as designation. of a bandage (Sor.); 8. -πληκτος, e.g. ἀπόπληκτος stirred by strikes with -ηξίη, -ία (IA.); 9. ἐκ-, κατα-πλαγής startled (Plb., Luc.). 10. πληκτικός striking, hitting (Pl.; Chantraine Études 134 a. 138), ἐκπληκτι-κός (Th.) a.o. Verb 11. πληκτίζομαι to fight (Φ 499 a.o.), most to dally (Ar., Herod.) with -ισμός m. (AP), prob. rather enlargement of the primary verb (cf. λακτίζω and Schwyzer 706) than from a nominal τ-deriv.
Origin: IE [Indo-European] [832] *pleh₂k\/g- beat
Etymology: With the primary yot-present πλήσσω from *πλακ-ι̯ω agrees a Slav. word for weep, lament (prop. beat ones breast), e.g. OCS plačǫ (), Russ. pláču; to this the verbal noun Lith. plókis m. blow, stroke. Final media as in πλαγ-ά, πληγ-ή a.o. is also found in Germ., e.g. OE flōcan clap approval, Goth. redupl. pret. faí-flokun ἐκόπτοντο', OHG fluohhon curse (IE *plāg-). The zero grade in πλαγ-ηναι (with sec. short α) is also represented in the nasalized πλάζω (with Lat. plangō); beside it with -k- Lith. plakù, plàkti beat, chastise. Beside these forms going back on IE *plāk-, plāg- [but not *plak-, plag-!] stand with deviating vocalism Lith. plíek-iu, -ti beat, whip (cross with an other verb?), Lat. plectō, -ere punish, chastise (ē or e). -- Connection with the group of πλάξ (prop. beat broadly?) may be considered. Further forms w. rich lit. WP. 2, 91 ff., Pok. 832f., W.-Hofmann s. 2. plectō, Vasmer s. plákatь, Fraenkel s. plíekti 2. On the perf. πέπληγα against τύπτω, πατάξαι s. Bloch Suppl. Verba 83ff.

Middle Liddell

πέπηγα is used as pass. in late writers] [the Root is !πλαγ, or !πληγ]
I. to strike, smite, Hom.; of a direct blow, as opp. to βάλλω, Hom., etc.:—c. acc. dupl. pers. et partis, τὸν πλῆξε αὐχένα struck him on the neck, Il.; πὺξ πεπληγέμεν, of boxers, Il.:—c. acc. cogn., πλῆξ' αὐτοσχεδίην (sc. πληγήν) Il.; πεπληγὼς πληγῆισιν having driven him with blows, Il.; πέπληγον χορὸν ποσίν, like Lat. terram pede pulsare, Od.; ἵππους ἐς πόλεμον πεπληγέμεν to whip on the horses to the fray, Il.; of Zeus, to strike with lightning, Hes.:—Mid., μηρὼ πληξάμενος having smitten his thighs, Il.; πλήξασθαι τὴν κεφαλήν, in sign of grief, Hdt.:—Pass. to be struck, stricken, smitten, Hom., Trag.
2. with acc. of the thing set in motion, κονίσαλον ἐς οὐρανὸν ἐπέπληγον πόδες ἵππων struck the dust up to heaven, Il.
3. Pass. to receive a heavy blow, to be beaten, Hdt., Thuc.:— to be stricken by misfortune, Hdt.; στρατὸν τοσοῦτον πέπληγμαι, i. e. I have lost it by this blow, Aesch.
II. metaph. of violent emotions, to strike one from one's senses, amaze, confound, Hom.:—Pass., συμφορῆι πέπληγμαι Hdt., etc.; δώροισι πληγείς moved by bribes, Hdt.

Frisk Etymology German

πλήσσω: {plḗssō}
Forms: att. -ττω (ἐκπλήγνυμαι Th.), Aor. πλῆξαι (seit Il.), dor. πλᾶξαι, redupl. (ἐ-)πέπληγον (Hom.), Pass. πληγῆναι (seit Il.), dor. äol. πλαγῆναι, mit Präfix -πλαγῆναι (ion. att.), πληχθῆναι (E., sp.), Fut. πλήξω (seit Il.), Pass. πληγήσομαι, -πλαγήσομαι (att.), Perf. πέπληγα (seit Il.: πεπληγώς), πέπληχα (hell.), Pass. πέπληγμαι (ion. att.),
Grammar: v.
Meaning: oft (im Präs. in der älteren Sprache immer) mit Präfix in verschiedenen Sinnfärbungen, z.B. ἐκ-, ἐπι-, κατα-, παρα-, ‘(zu)schlagen, stoßen, treffen’, Pass. geschlagen, gestoßen, getroffen, betroffen werden (ἐκ- ~ erschrecken, ἐπι- ~ gew. tadeln, schelten, παρα- ~ im Pass. verrückt werden usw.).
Composita : Als Vorderglied in Rektionskompp., z.B. πλήξιππος Rosse peitschend (ep. poet. seit Il.).
Derivative: Mehrere Ableitungen. Nom. actionis: 1. πληγή, dor. πλαγά f. Schlag, Wunde (seit Il.). 2. πλήγανον· βακτηρία, πληγάς· δρέπανον H. 3. πλῆγμα n. = πληγή (S., E., Arist.), -μός m. ib. (Mediz., κατά- ~ LXX). 4. ἀπό-, ἔκ-, ἔμ-, ἐπί-, κατάπληξις f. Schlagfluß, Erschütterung (ion. att.); πλῆξις, dor. πλᾶξις f. das Schlagen (Ti. Lokr. u.a.). Nom. agentis u. instr. 5. πλῆκτρον, dor. πλᾶκτρον n. Werkzeug zum Schlagen, Schlägel (h. Hom., Pi. usw.). 6. πληκτήρ m. ib. (Hdn. Gr.); πλακτήρ· τὸ τοῦ ἀλεκτρυόνος πλῆκτρον H.; πλάκτωρ m. (dor.) Schläger (AP), πλήκτης m. ib. (Hp., Arist. usw.), ἐπι- ~ Tadler, Züchtiger (Gloss.), -πλήκτειρα f. Antreiberin (AP). Adj., vorwiegend als Hinterglieder: 7. -πληξ, z. B. παραπλήξ, -γος seitwärts geschlagen (ε 418), verrückt (ion. att.), gelähmt (Hp.) mit -ηγία, -ηγικός (Hp.), οἰστροπλήξ von der Bremse gestochen (Trag.); πλήξ als Simplex nur als Ben. eines Verbandes (Sor.); 8. -πληκτος, z.B. ἀπόπληκτος vom Schlage gerührt mit -ηξίη, -ία (ion. att.); 9. ἐκ-, καταπλαγής erschrocken (Plb., Luk.). 10. πληκτικός schlafend, treffend (Pl. usw.; Chantraine Études 134 u. 138), ἐκπληκτικός (Th. usw.) u.a. Verb 11. πληκτίζομαι sich schlagen (Φ 499 u.a.), meist schäkern (Ar., Herod. usw.) mit -ισμός m. (AP), wohl eher Erweiterung des primären Verbs (vgl. λακτίζω und Schwyzer 706) als von einer nominalen τ-Ableitung.
Etymology : Zum primären Jotpräsens πλήσσω aus *πλακι̯ω stimmt ein slav. Wort für weinen, klagen (eig. sich an die Brust schlagen), z.B. aksl. plačǫ (), russ. pláču; dazu das Verbalnomen lit. plókis m. Schlag, Streich. Auslautende Media wie in πλαγά, πληγή u.a. findet sich auch im Germ., z.B. ags. flōcan Beifall klatschen, got. redupl. Prät. faí-flokun ’ἐκόπτοντο’, ahd. fluohhon verfluchen (idg. plāg-). Die Schwundstufe in πλαγηναι ist auch in dem nasalierten πλάζω (mit lat. plangō) vertreten; daneben mit -k- lit. plakù, plàkti schlagen, züchtigen. Neben diesen auf idg. plā̆q-, plā̆g- zurückgehenden Formen stehen mit abweichendem Vokalismus lit. plíek-iu, -ti schlagen, peitschen (Kreuzung mit einem anderen Verb?), lat. plectō, -ere strafen, züchtigen (ē od. ĕ). — Beziehung zur Sippe von πλάξ (eig. breit schlagen?) ist erwägenswert. Weitere Formen m. reicher Lit. WP. 2, 91 ff., Pok. 832f., W.-Hofmann s. 2. plectō, Vasmer s. plákatь, Fraenkel s. plíekti 2. Zum Perf. πέπληγα gegenüber τύπτω, πατάξαι s. Bloch Suppl. Verba 83ff.
Page 2,561-562

Chinese

原文音譯:pl»ssw 普累所
詞類次數:動詞(1)
原文字根:打擊 相當於: (נָכָה‎)
字義溯源:重擊,擊打;源自(πλάσσω)*=模造)。參讀 (δέρω)同義字
同源字:1) (ἐκπλήσσω)驚異的打擊 2) (ἐπιπλήσσω)責罰 3) (πλήσσω)重擊
出現次數:總共(1);啓(1)
譯字彙編
1) 被擊打(1) 啓8:12