Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰχθυβόρος

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ἰχθῠβόρος Medium diacritics: ἰχθυβόρος Low diacritics: ιχθυβόρος Capitals: ΙΧΘΥΒΟΡΟΣ
Transliteration A: ichthybóros Transliteration B: ichthyboros Transliteration C: ichthyvoros Beta Code: i)xqubo/ros

English (LSJ)

ον,

   A fish-eating, λαρίδες AP7.652 (Leon.).

German (Pape)

[Seite 1275] Fische essend, λαρίδες Leon. Tar. 74 (VII, 652).

Greek (Liddell-Scott)

ἰχθυβόρος: -ον, ὁ ἐσθίων ἰχθῦς, Ἀνθ. Π. 7. 652.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui dévore ou mange des poissons.
Étymologie: ἰχθύς, βιβρώσκω.

Greek Monolingual

ἰχθυβόρος, -ον (Α)
αυτός που τρώει ψάρια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἰχθυ(ο)- + -βόρος (< βορά «τροφή»), πρβλ. θυμο-βόρος, κρεο-βόρος].

Greek Monotonic

ἰχθυβόρος: -ον (βιβρώσκω), αυτός που τρώει ψάρια, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

ἰχθῠβόρος: питающийся рыбой, рыбоядный (λαρίδες Anth.).

Middle Liddell

ἰχθυ-βόρος, ον βιβρώσκω
fish-eating, Anth.