Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰωνίς

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ἰωνίς Medium diacritics: ἰωνίς Low diacritics: ιωνίς Capitals: ΙΩΝΙΣ
Transliteration A: iōnís Transliteration B: iōnis Transliteration C: ionis Beta Code: i)wni/s

English (LSJ)

ίδος, ἡ,

   A a water bird, Ar.Byz.Epit.5.5.

Greek Monolingual

ἰωνίς, -ίδος, ἡ (Α) Ίωνες
1. (θηλ. του ιώνιος) α) ιωνική
β) (ως εθν.) Ιωνίς
η κάτοικος της Ιωνίας ή η γυναίκα που κατάγεται από την Ιωνία
2. υδρόβιο πτηνό.