Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἴσαν

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Full diacritics: ἴσαν Medium diacritics: ἴσαν Low diacritics: ίσαν Capitals: ΙΣΑΝ
Transliteration A: ísan Transliteration B: isan Transliteration C: isan Beta Code: i)/san

English (LSJ)

   A they went, 3pl. impf. Ep. of εἶμι (ibo), Hom.    II they knew, 3pl. plpf. Ep. of οἶδα, Il.18.405, Od.4.772.

Greek (Liddell-Scott)

ἴσαν: ἐπορεύοντο, ἀπήρχοντο· γ΄πληθ. παρατ. Ἐπικ. τοῦ εἶμι. Ὅμ. ἐν Ἰλ. Α. 494, κ. ἀλλ. ΙΙ. ᾔδεσαν, ἐγίγνωσκον, γ΄πληθ. ὑπερσ. Ἐπικ. τοῦ οἶδα, ἀλλὰ Θέτις τε καὶ Εὐρυνόμη ἴσαν Ἰλ. Σ. 405, Ὀδ. Δ. 772.

French (Bailly abrégé)

3ᵉ pl. épq. impf. de εἶμι;
3ᵉ pl. épq. impf. de ἴσημι, savoir;
3ᵉ pl. pqp. épq. de οἶδα.

English (Autenrieth)

see (1) εἶμι.—(2) εἴδω (Il.).

Greek Monolingual

(I)
ἴσαν (Α)
(επικ. τ. του γ' πληθ. προσ. παρατ. του εἶμί, αντί ᾔεσαν ή ᾖσαν) πορεύονταν, απέρχονταν, έφευγαν.
(II)
ἴσαν (Α)
(επικ. τ. του γ' πληθ. προσ. του υπερσυντ. του οἶδα, αντί ἤδεσαν) γνώριζαν («ἀλλὰ Θέτις τε καὶ Εὐρυνόμη ἴσαν», Ομ. Ιλ.).

Greek Monotonic

ἴσαν:I. πορεύονταν, απέρχονταν, Επικ. γʹ πληθ. παρατ. του εἶμι (ibo
II. γνώριζαν, Επικ. γʹ πληθ. υπερσ. του οἶδα.

Russian (Dvoretsky)

ἴσαν:
I эп. 3 л. pl. impf. к εἶμι.
II эп. 3 л. pl. ppf. к οἶδα.