Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑγροκέλευθος

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: ὑγροκέλευθος Medium diacritics: ὑγροκέλευθος Low diacritics: υγροκέλευθος Capitals: ΥΓΡΟΚΕΛΕΥΘΟΣ
Transliteration A: hygrokéleuthos Transliteration B: hygrokeleuthos Transliteration C: ygrokelefthos Beta Code: u(groke/leuqos

English (LSJ)

ον,

   A having wet paths, Τηθύς, Νηρηΐδες, Orph.H.22.6, 24.2; Ἰχθύες Max.62.    II leaving a moist trail, κοχλίας Poet. ap. Ath.2.63b; so, perh., metaph., νεφέλαι Orph.H.21.3 (ὑδρο- codd.).

German (Pape)

[Seite 1171] im Nassen, im Wasser gehend, lebend, poet. bei Ath. II, 63 b.

Greek (Liddell-Scott)

ὑγροκέλευθος: -ον, οὗ αἱ ὁδοί εἰσιν ἐν τῇ θαλάσσῃ, ἰχθὺς Μάξιμ. π. καταρχ. 62. ΙΙ. ὁ καταλείπων ὑγρὰ ἴχνη, κοχλίας Ποιητὴς παρ’ Ἀθην. 63Β· οὕτω δὲ ἴσως καὶ μεταφορ., νεφέλαι Ὀρφ. Ὕμν. 20. 3, κλπ.

Greek Monolingual

-ον, ΜΑ
1. (για ψάρι) αυτός που έχει υγρές οδούς, που πορεύεται και ζει μέσα στη θάλασσα και, γενικά, στο νερό
2. αυτός που αφήνει πίσω του υγρά ίχνη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὑγρός + κέλευθος «δρόμος» (πρβλ. λοξο-κέλευθος, χρυσο-κέλευθος)].