Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑληφόρος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

German (Pape)

[Seite 1177] = ὑλοφόρος, Ar. Ach. 260.

Greek (Liddell-Scott)

ὑληφόρος: -φορέω, = ὑλοφόρος, -φορέω.

Greek Monolingual

-ον, Α
(αττ. τ.) βλ. ὑλοφόρος.

Greek Monotonic

ὑληφόρος: -ον, = ὑλο-φόρος, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

ὑληφόρος: Arph. = ὑλοφόρος I.

Middle Liddell

ὑλη-φόρος, ον, = ὑλοφόρος, Ar.]