Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑμενώδης

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: ὑμενώδης Medium diacritics: ὑμενώδης Low diacritics: υμενώδης Capitals: ΥΜΕΝΩΔΗΣ
Transliteration A: hymenṓdēs Transliteration B: hymenōdēs Transliteration C: ymenodis Beta Code: u(menw/dhs

English (LSJ)

ες,

   A = ὑμενοειδής, πόροι Arist.HA514a32; ὑστέραι ib.510b23; πλεύμων Id.PA669a34; [μήτρα] Thphr.HP1.6.1; τύπος, σῶμα, Sor.1.57,82; σύνδεσμοι, τένων, etc., Gal.UP1.15, 2.7, al.    II of liquids, full of membranous substances or fibres, οὖρον Hp.Coac.571.

German (Pape)

[Seite 1178] ες, zsgzgn statt ὑμενοειδής, Arist. H. A. 1, 16.

Greek (Liddell-Scott)

ὑμενώδης: [ῠ], ες, = ὑμενοειδής, πόροι Ἀριστ. περὶ τὰ Ζ. Ἱστ. 3. 4, 2· ὑστέραι αὐτόθι 3. 1, 23· πλεύμων ὁ αὐτ. π. Ζ. Μορ. 3. 6, 7, κ. ἀλλ. ΙΙ. ἐπὶ ὑγρῶν, πλήρης ὑμενωδῶν ὑλῶν ἢ ἰνῶν, οὖρον Ἱππ. Κωακ. Προγν. 123.

Greek Monolingual

-ες / ὑμενώδης, -ῶδες, ΝΑ ὑμήν, -ένος]
αυτός που έχει σύσταση ή υφή υμένα, υμενοειδήςυμενώδης λαβύρινθος του έσω ωτός»)
αρχ.
(για υγρά) γεμάτος υμενοειδείς ύλες ή ίνες.

Russian (Dvoretsky)

ὑμενώδης: Arst. = ὑμενοειδής.