Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὕπαυλος

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
Full diacritics: ὕπαυλος Medium diacritics: ὕπαυλος Low diacritics: ύπαυλος Capitals: ΥΠΑΥΛΟΣ
Transliteration A: hýpaulos Transliteration B: hypaulos Transliteration C: ypavlos Beta Code: u(/paulos

English (LSJ)

ον, (αὐλή)

   A under or in the court, c. gen., σκηνῆς ὕπαυλος under shelter of the tent, S.Aj.796.

Greek (Liddell-Scott)

ὕπαυλος: -ον, (αὐλὴ) ὁ ὑπὸ τὴν αὐλὴν ἢ ἐν τῇ αὐλῇ, μετά γεν., σκηνῆς ὕπαυλος, ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς σκηνῆς, Σοφ. Αἴ. 796.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
sous l’abri de, gén..
Étymologie: ὑπό, αὐλή.

Greek Monotonic

ὕπαυλος: -ον (αὐλή), αυτός που βρίσκεται κάτω από την αυλή, αύλειος, με γεν., σκηνῆς ὕπαυλος, υπό τη σκέπη της σκηνής, σε Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

ὕπαυλος: αὐλή находящийся под кровом: σκηνῆς ὕπαυλον εἴργειν τινά Soph. держать кого-л. в шатре.

Middle Liddell

ὕπ-αυλος, ον, αὐλή
under or in the court, c. gen., σκηνῆς ὕπαυλος under shelter of the tent, Soph.