Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὠδινολύτης

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ὠδῑνολύτης Medium diacritics: ὠδινολύτης Low diacritics: ωδινολύτης Capitals: ΩΔΙΝΟΛΥΤΗΣ
Transliteration A: ōdinolýtēs Transliteration B: ōdinolytēs Transliteration C: odinolytis Beta Code: w)dinolu/ths

English (LSJ)

[ῠ], ου, ὁ,

   A setting free from pain, name of a kind of shell-fish, Plin.HN32.6.

Greek (Liddell-Scott)

ὠδῑνολύτης: [ῠ], -ου, ὁ, ὁ λύων τὰς ὠδῖνας, ἐπίθετον ἰχθύος ὃς ἐκαλεῖτο ἐχενηΐς, Λατιν. remora, Πλίν. 32. 1.

Greek Monolingual

ὁ, Α
(ως ονομασία ψαριού) αυτός που απαλλάσσει από τους πόνους.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὠδίς, -ῖνος + -λύτης (< λύω), πρβλ. χρησμο-λύτης].