κορασίδα

From LSJ

Γυνὴ γὰρ οὐδὲν οἶδε πλὴν ὃ βούλεται → Scit, quod cupiscit, femina, ulterius nihil → Denn eine Frau versteht nur, was sie will, sonst nichts

Menander, Monostichoi, 87

Greek Monolingual

η (Μ κορασίδα και κορασίς, -ίδος)
1. νεαρή γυναίκα, κοράσι
2. ακόλουθος, θεραπαινίδα
νεοελλ.
είδος αχλαδιού με κοκκινωπή φλούδα
μσν.
κόρη, θυγατέρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κοράσ-ιον + υποκορ. κατάλ. -ίς (πρβλ. ακατίς, κληματίς)].