Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ακόλουθος

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἀκόλουθος, -ον)
1. αυτός που έρχεται μετά από κάτι άλλο, κατοπινός, επόμενος
2. αυτός που συμφωνεί με κάτι που προηγήθηκε, συνεπής, σύμφωνος
3. το αρσ. ως ουσ. ο ακόλουθος
αυτός που ακολουθεί κάποιον ως υπηρέτης, υφιστάμενος ή απλός συνοδός
4. επίρρ. ακολούθως
α) κατόπιν, μετά
β) σύμφωνα με
νεοελλ.
βαθμός της δημόσιας υπαλληλικής ιεραρχίας στο διπλωματικό σώμα
(αρχ. -μσν.) το ουδ. ως ουσ. τὸ ἀκόλουθον
λογική συμφωνία με κάτι που προηγήθηκε, ακολουθία, αλληλουχία
μσν.
το αρσ. ως ουσ.ἀκόλουθος
1. βαθμός του κατώτερου κλήρου στη Δυτική Εκκλησία, βοηθός ιερέα
2. ο αρχηγός της αυτοκρατορικής σωματοφυλακής
αρχ.
1. σύμφωνος, ταιριαστός, αντίστοιχος
2. (λογ.) αυτός που συνεπάγεται λογικά, ο επακόλουθος
3. (το αρσ. στον πληθ. ως ουσ.) οἱ ἀκόλουθοι
αυτοί που ακολουθούν το στράτευμα
4. επίρρ. ἀκολούθως
σύμφωνα με τους νόμους της φύσης.
[ΕΤΥΜΟΛ. λ. με ευρεία χρήση τόσο στην αττική και στη μεταγενέστερη πεζογραφία, όσο και στην ποίηση και μάλιστα στην κωμωδία. Ετυμολογικά η λ. είναι σύνθετη από το - το αθροιστικό και την ετεροιωμένη βαθμίδα θέματος της λ. κέλευθος «δρόμος» — η μετάπτωση του θέματος οφείλεται στη σύνθεση (πρβλ. φρὴν-ἄφρων). Επομένως ακόλουθος είναι «αυτός που βαδίζει στον ίδιο δρόμο, ο συνοδός», απ' όπου και η σημασία «σύμφωνος, συνεπής» κατ' επέκταση δε και «ο κατοπινός, ο επόμενος» άρα και «ο βοηθός, ο υπηρέτης».
ΠΑΡ. ακολουθία, ακολουθώ.
ΣΥΝΘ. ανακόλουθος, συνακόλουθος, φιλακόλουθος.