ἐκραίνω: Difference between revisions
Παθητός (ποθητός) ἐστι πᾶς τις εὐπροσήγορος → Facile alloqueris omnem, qui passu'st mala → Leicht ansprechbar ist jeder, der gelitten hat
(11) |
(4) |
||
Line 24: | Line 24: | ||
{{grml | {{grml | ||
|mltxt=[[ἐκραίνω]] (Α)<br /><b>1.</b> [[ραντίζω]] έξω<br /><b>2.</b> [[κάνω]] [[κάτι]] να χύνεται, να χυθεί ή να στάζει έξω. | |mltxt=[[ἐκραίνω]] (Α)<br /><b>1.</b> [[ραντίζω]] έξω<br /><b>2.</b> [[κάνω]] [[κάτι]] να χύνεται, να χυθεί ή να στάζει έξω. | ||
}} | |||
{{lsm | |||
|lsmtext='''ἐκραίνω:''' μέλ. <i>-ᾰνῶ</i>, [[ραντίζω]], [[αποστάζω]], σε Σοφ. | |||
}} | }} |
Revision as of 22:32, 30 December 2018
English (LSJ)
A scatter out of, make to fall in drops from, κόμης μυελὸν ἐ. S.Tr.781 ; ἐγκέφαλον ἐξέρρᾱνε E.Cyc.402 : metaph., τὴν χεῖρα καὶ τὴν ἅλυσιν ἐκ τῆς μηχανῆς dub. in Plb.8.6.3.
German (Pape)
[Seite 777] ausspritzen; κόμης λευκὸν μυελόν Soph. Tr. 778; Eur. Cycl. 402.
Greek (Liddell-Scott)
ἐκραίνω: κάμνω τι νὰ ἐκραίνῃ, νὰ ῥαίνῃ, νὰ στάζῃ ἔξω, κόμης δὲ λευκὸν μυελὸν ἐκραίνει Σοφ. Τρ. 785· ἐγκέφαλον ἐξέρᾱνε Εὐρ. Κυκλ. 402.
French (Bailly abrégé)
ao. ἐξέρρανα;
faire jaillir.
Étymologie: ἐκ, ῥαίνω.
Spanish (DGE)
1 hacer salir, esparcir κόμης ... μυελόν S.Tr.781, ἐγκέφαλον E.Cyc.402.
2 dejar caer, soltar τὴν χεῖρα καὶ τὴν ἅλυσιν ἐκ τῆς μηχανῆς ... ἐξέρραινε dejaba caer el garfio y la cadena de la máquina Plb.8.6.3.
Greek Monolingual
ἐκραίνω (Α)
1. ραντίζω έξω
2. κάνω κάτι να χύνεται, να χυθεί ή να στάζει έξω.