πρόκωπος: Difference between revisions
εἰ μέντοι νόμον τελεῖτε βασιλικὸν κατὰ τὴν γραφήν, Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν, καλῶς ποιεῖτε → Now if you're accomplishing the King's Law according to scripture — Thou shalt love thy neighbour as thyself — you're doing the right thing (James 2:8)
(6) |
(nl) |
||
Line 24: | Line 24: | ||
{{lsm | {{lsm | ||
|lsmtext='''πρόκωπος:''' ον, ([[κώπη]]), λέγεται για [[ξίφος]], αυτό που πιάνεται, που τραβιέται από, σε Αισχύλ., Ευρ. — μεταφ., [[έτοιμος]], σε Αισχύλ. | |lsmtext='''πρόκωπος:''' ον, ([[κώπη]]), λέγεται για [[ξίφος]], αυτό που πιάνεται, που τραβιέται από, σε Αισχύλ., Ευρ. — μεταφ., [[έτοιμος]], σε Αισχύλ. | ||
}} | |||
{{elnl | |||
|elnltext=πρόκωπος -ον [πρό, κώπη] van een zwaard bij het gevest gepakt:. ξῖφος πρόκοπον getrokken zwaard Eur. Or. 1478. van pers. met de hand aan het gevest, slagvaardig. Aeschl. Ag. 1652. | |||
}} | }} |
Revision as of 14:44, 31 December 2018
English (LSJ)
ον, (κώπη) of the sword,
A grasped by the hilt, drawn, A. Ag.1651 (troch.), E.Or.1477 (lyr.), al. 2 metaph., ready, A.Ag. 1652 (troch.); ἔχειν π. τὴν δεξιάν Hdn.7.5.4. 3 elongated, Aret. SD2.4 (πρόκοποι codd.); of the os uteri, advanced, Sor.1.34 (Comp., προκοπώτερον cod.).
German (Pape)
[Seite 732] das Schwert am Griffe haltend; Aesch. Ag. 1652; auch ξίφος πρόκωπον πᾶς τις εὐτρεπιζέτω, das Schwert, das Einer bereits am Griffe gefaßt hält, schlagfertig machen, 1651, wie πρόκωπον ξίφος Eur. Or. 1478; πρόκωπον ἔχων τὴν ἅρπην, Luc. D. Mar. 14, 3.
Greek (Liddell-Scott)
πρόκωπος: -ον, (κώπη) ἐπὶ τοῦ ξίφους, ὁ ἀπὸ τῆς κώπης ἤτοι τῆς λαβῆς κρατούμενος, Αἰσχύλ. Ἀγ. 1651, Εὐρ. Ὀρ. 1477. κ. ἀλλ. 2) μεταφορ., ἕτοιμος, πρόχειρος, Αἰσχύλ. Ἀγ. 1652· πρ. ἔχειν τὴν δεξιὰν Ἡρῳδιάν. 7. 5.
French (Bailly abrégé)
ος, ον :
1 que l’on tient par la poignée, càd en parl. d’une épée prête pour le combat;
2 qui tient la poignée de l’épée, qui se tient l’épée à la main.
Étymologie: πρό, κώπη.
Greek Monolingual
-η, -ο / πρόκωπος, -ον, ΝΑ
νεοελλ.
το αρσ. ως ουσ. ο πρόκωπος
ναυτ. κωπηλάτης λέμβου ο οποίος κάθεται στην πρώτη από την πλώρη σειρά σέλματος
αρχ.
1. αυτός που κρατά ένα ξίφος από τη λαβή
2. έτοιμος, πρόχειρος («ἔχειν πρόκωπον τὴν δεξιάν», Ηρωδιαν.)
3. επιμήκης
4. (για οστό) προεκτεταμένος
5. φρ. «πρόκωπον ξίφος» — προτεταμένο ξίφος που κρατιέται από τη λαβή («ξίφος πρόκωπον πᾱς τις εὐτρεπιζέτω», Αισχύλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < προ- + -κωπος (< κώπη «κουπί, λαβή»), πρβλ. επί-κωπος].
Greek Monotonic
πρόκωπος: ον, (κώπη), λέγεται για ξίφος, αυτό που πιάνεται, που τραβιέται από, σε Αισχύλ., Ευρ. — μεταφ., έτοιμος, σε Αισχύλ.
Dutch (Woordenboekgrieks.nl)
πρόκωπος -ον [πρό, κώπη] van een zwaard bij het gevest gepakt:. ξῖφος πρόκοπον getrokken zwaard Eur. Or. 1478. van pers. met de hand aan het gevest, slagvaardig. Aeschl. Ag. 1652.