Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πρόχειρος

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: πρόχειρος Medium diacritics: πρόχειρος Low diacritics: πρόχειρος Capitals: ΠΡΟΧΕΙΡΟΣ
Transliteration A: prócheiros Transliteration B: procheiros Transliteration C: procheiros Beta Code: pro/xeiros

English (LSJ)

ον, (χείρ)

   A at hand, Hp.Art.11; π. ψάλια (v.l. ψέλια) δέρκεσθαι πάρα ready, A.Pr.54; π. ἄχθος a handy burden, S.El.1116; of a drawn sword or knife, Id.Ph.747, E.Hel.1564, El.696, X.Cyr.4.2.32; ἔβαλλον λίθοις καὶ . . ἀκοντίοις, ὡς ἕκαστός τι π. εἶχεν Th.4.34; ἁρπάζει μου ἀεὶ τὸ π. τῶν σκευῶν whatever furniture he can lay his hands on, PEnteux. 25.8 (iii B.C.); [τὴν ἐπιστήμην] π. οὐκ εἶχε τῇ διανοίᾳ Pl.Tht.198d; οὓς π. εἶχον μύθους Id.Phd.61b; τὰ κατὰ πάντων τῶν φιλοσοφούντων π. Id.Ap.23d; εἰ οὖν σοι πρόχειρον, εἰπέ Id.Min.313b; ἔστι τις π. λόγος D.20.112; ὃ ἔχω προχειρότατον εἰπεῖν Id.24.1; τὸ προχειρότατον ποιεῖν Isoc.11.9; τὰ π. τῶν ἀπόρων obvious difficulties, Arist. Metaph.982b13, cf. 1054b12; τὰ προχειρότατα Id.Pr.924a12, cf. Demetr.Lac.Herc.1012.35; ταῦτα γὰρ ὦν ἐστι προχειρότερον (sc. εὔξασθαι) Xenoph.1.16.    b readily accessible, external parts of the body, Sor.1.17,69: Comp., Id.2.64,85.    2 common, ordinary, φαῦλα καὶ π. Pl.Tht.147a; αἱ π. τῶν ἡδονῶν Id.Phlb.45a.    b πρὸς τῷ ἰδίῳ λόγῳ καὶ τοῖς π., official title in Egypt, Sammelb.7455 (i B.C.), BGU1756.8 (i B.C.), al.    3 πρόχειρόν [ἐστι] it is easy, c. inf., Pl. Sph.251b, Philem.24; ψεύδεσθαι προχειρότατον τοῖς ἁμαρτάνουσιν Lys. Fr.86; ἐν προχείρῳ [ἐστί], c. inf., Arist.Mete.356b19; ἐκ προχείρου easily, lightly, S.E.M.6.19, Gal.1.241.    II of persons, ready to do, c. inf., S.El.1494; τῇ φυγῇ π. ready for flight, E.HF161; also ἡ σπάνις π. εἰς τὸ δρᾶν κακά Philem.157; π. γλῶττα Poll.6.120.    2 of a ready wit, ἐν ταῖς ὁμιλίαις εὔχαρις καὶ π. Plb.23.5.7; glib, Phld. Po.5.14; τὸ προπετὲς καὶ π. Hp.Medic.1.    3 hasty, σφοδρὸς καὶ π. Plu.Brut.34; πνεῦμα οἷον τοῖσι πνιγομένοισι πρόχειρον Hp.Prorrh. 1.25 (unless perceptible, obvious breathing, cf. πρὸς χεῖρα Epid.7.17).    III Adv. -ρως offhand, readily, ἀποκρίνασθαι Pl.Smp. 204d; περί τι π. ἔχειν Arist.Top.163b25; π. εἰς τὰ ἑαυτῶν σώματα ἐξαμαρτάνοντες Aeschin.1.22; ἐπὶ τὰ πράγματα ὁρμᾶν π. Amphis 33.7; hurriedly, rashly, Theopomp.Hist.217 (a), Plb.5.7.2; bluntly, εἰπεῖν Demetr.Eloc.281; ordinarily or obviously, δηλούσης Phld.Rh. 2.268 S. Comp. -οτέρως Pl.Alc.2.144d; -ότερον τοῦ δέοντος Plb.1.21.5.

German (Pape)

[Seite 799] vor oder bei der Hand, fertig, bereit; καὶ δὴ πρόχειρα ψάλια δέρκεσθαι πάρα, Aesch. Prom. 54; οὐ πρόχειρος εἶ κτανεῖν, Soph. El. 1486; πρόχειρον εἴ τί σοι πάρα ξίφος χεροῖν, Phil. 737; übh. was gegenwärtig ist, ἤδη σαφὲς πρόχειρον ἄχθος δέρκομαι, El. 1105; τῇ φυγῇ πρόχειρος ἦν, bereit zur Flucht, Eur. Herc. F. 161; πρόχειρον φάσγανον, ἔγχος, Hel. 1580 El. 696; u. in Prosa: ἔβαλλον λίθοις καὶ ἀκοντίοις, ὡς ἕκαστός τι πρόχειρον εὶχε, wie ein Jeder es zur Hand hatte, Thuc. 4, 34; εὐθὺς ἀντιλαβέσθαι παντὶ πρόχειρον, Plat. Soph. 251 b; εἰ οὖν σοι πρόχειρον, εἰπέ, Min. 313 b; auch αἱ πρόχειροι ἡδοναί, Phil. 45 a (vgl. Pol. 32, 14, 3); οὓς προχείρους εἶχον μύθους, Phaed. 61 b; auch adv., προχείρως ἀποκρίνασθαι, Conv. 204 d, πρόχειρον ἔχειν τι, Xen. Cyr. 8, 5, 9; λόγος, Dem. Lpt. 117; ὃ μέγιστον ἔχω καὶ προχειρότατον πρὸς ὑμᾶς εἰπεῖν, 24, 1, vgl. 76; τοῦτ' ἂν εὕροιτε προχειρότατον, 163; Sp. : εὐφυὴς καὶ πρόχειρος πρός τι, Pol. 5, 86, 7, wie προχειρότατοι πρὸς τὸ κακουργεῖν Luc. Alex. 18; auch ἐν ταῖς ὁμιλίαις εὔχαρις ἦν καὶ πρόχειρος, Pol. 24, 5, 7; u. im eigtl. Sinne, πρόχειρον ἔχειν τὸ δελτάριον, 29, 11, 2; κατὰ μὲν τὸ πρόχειρον setzt S. Emp. pyrrh. 1, 234 dem κατὰ τὴν ἀλήθειαν gegenüber. – Adv. προχείρως = leichtsinnig; ἐξαμαρτάνειν, Aesch. 1, 22; οὕτω προχείρως ἑαυτὸν δοῦναι, Pol. 5, 7, 2; πιστεύειν, 5, 72, 7; so auch im compar., προχειρότερον τοῦ δέοντος δέχεσθαι τὴν ἐλπίδα, 1, 91, 5, leichter als recht war. Vgl. noch Arist. Meteor. 2, 9, τοῦτο παντάπασιν ἔοικεν εἰρῆσθαι προχείρως.

Greek (Liddell-Scott)

πρόχειρος: -ον, (χεὶρ) πλησίον εἰς τὰς χεῖράς τινος, πλησίον (πρβλ. ὑποχείριος), Ἱππ. περὶ Ἄρθρ. 788· πρόχειρα ψέλια δέρκεσθαι, πλησίον, ἐγγύς, ἕτοιμα, Αἰσχύλ. Πρ. 54· πρ. ἄλγοςδέρκομαι Σοφ. Ἠλ. 1116· ἐπὶ ξίφους γυμνοῦ ἢ μαχαίρας, ὁ αὐτ. ἐν Φιλ. 747, Εὐρ. Ἑλ. 1564, Ἠλ. 696, Ξεν. Κύρ. 4. 2, 32· ἔβαλλον λίθοις καὶ… ἀκοντίοις, ὡς ἕκαστός τι πρ. εἶχε Θουκ. 4. 34· τὴν ἐπιστήμην οὐκ εἶχε πρ. ἐν τῇ διανοίᾳ Πλάτ. Θεαίτ. 198D· πρ. μῦθοι ὁ αὐτ. ἐν Φαίδωνι 61Β· τὰ κατὰ πάντων τῶν φιλοσοφούντων πρ. ὁ αὐτ. ἐν Ἀπολογ. 23D· εἰ οὖν σοι πρόχειρον, εἰπὲ ὁ αὐτ. ἐν Μίν. 313Β· ὃ προχειρότατον ἔχω εἰπεῖν Δημ. 700. 10· τὸ προχειρότατον ποιεῖν Ἰσοκρ. 223Β· τὰ πρόχειρα, πράγματα πλησίον τῶν χειρῶν, ἐγγὺς ὄντα, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰ ἄπορα (τὰ μὴ πρόχειρα), Ἀριστ. Μετὰ τὰ Φυσ. 1, 2, 9, πρ. 9, 3, 5· τὰ προχειρότατα ὁ αὐτ. ἐν Προβλ. 20. 12. 2) «πρόχειρος», κοινός, συνήθης, συναπτόμενον τῷ φαῦλος, τὰ πρ. καὶ δημόσια Πλάτ. Θεαίτ. 147Α· αἱ πρ. ἡδοναὶ ὁ αὐτ. ἐν Φιλήβ. 45Α. 3) πρόχειρόν [ἐστι], εἶναι εὔκολον, μετ’ ἀπαρ., ὁ αὐτ. ἐν Σοφιστ. 251Β, Φιλήμων ἐν «Ἐπιδικαζομένῳ» 2· ψεύδεσθαι προχειρότατον ἁμαρτάνουσιν Λυσ. Ἀποσπ. 54· οὕτως, ἐν προχείρῳ [ἐστί], μετ’ ἀπαρ., Ἀριστ. Μετεωρ. 2. 3, 3· ἐκ προχείρου, εὐκόλως, εὐχερῶς, Σέξτ. Ἐμπ. π. Μ. 6. 19. ΙΙ. ἐπὶ προσώπων, ἕτοιμος νὰ πράξῃ τι, πρόθυμος, μετ’ ἀπαρ., Σοφ. Ἠλ. 1494· οὕτω, πρ. εἰς τὸ δρᾶν κακὰ Φιλήμ. ἐν Ἀδήλ. 69· πρ. τῇ φυγῇ, ἕτοιμος πρὸς φυγήν, Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 161· οὕτω, πρ. γλῶττα Πολυδ. Ϛ΄, 120. ΙΙΙ. Ἐπίρρ. -ρως, ἐκ τοῦ προχείρου, ἕτοιμος, ἄνευ προμελέτης, ἀποκρίνασθαι Πλάτ. Συμπ. 204D· πρ. ἔχειν περί τι Ἀριστ. Τοπ. 8. 14, 5. κτλ.· ἐπὶ τὰ πράγματα ὁρμᾶν πρ. Ἄμφις ἐν «Φιλαδέλφοις» 1. 7· μετὰ βίας, ἀπερισκέπτως, ἀφρόνως, Θεοπόμπ. Ἱστ. 249, Πολύβ. 5. 7. 2. - Συγκρ. -οτέρως, Πλάτ. Ἀλκ. 2.144D· -ότερον Πολύβ. 1. 21, 5.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
I. qui est sous la main, qui est à portée;
II. p. anal.
1 qui se présente de soi-même, qui vient de soi-même à la bouche (parole, etc.);
2 en parl. de pers. serviable, obligeant, facile;
3 préparé pour, prêt à ; avec l’inf. : prêt à faire qch;
4 porté à, disposé à : πρός τι à qch;
Cp. προχειρότερος, Sp. προχειρότατος.
Étymologie: πρό, χείρ.

Greek Monolingual

-η, -ο / πρόχειρος, -ον, ΝΜΑ
1. αυτός που βρίσκεται μπροστά, δίπλα ή κοντά στα χέρια κάποιου, αυτός τον οποίο μπορεί κανείς εύκολα να πιάσει και να χρησιμοποιήσει (α. «δώσε μου το ψαλίδι, αν το έχεις πρόχειρο» β. «ἔβαλλον λίθοις καί... ἀκοντίοις, ὡς ἕκαστός τι πρόχειρον εἶχε», Θουκ.
γ. «ἁρπάζει μου ἀεὶ τὸ πρόχειρον τῶν σκευῶν», πάπ.)
2. (γενικά) καθετί που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ή να ετοιμαστεί εύκολα ή αμέσως (α. «θα ετοιμάσω κάτι πρόχειρο να φάμε» β. «ἔστιν τοίνυν τις πρόχειρος λόγος», Δημοσθ.
γ. «τὸ προχειρότατον είπεῑν», Ισοκρ.)
νεοελλ.
1. αυτός που γίνεται χωρίς την απαραίτητη προετοιμασία ή προσοχή (α. «πρόχειρη δουλειά» β. «πρόχειρο έργο»)
2. το ουδ. ως ουσ. το πρόχειρο
τετράδιο ή σημειωματάριο για σύντομες σημειώσεις ή το τμήμα γραπτού δοκιμίου για προπαρασκευαστικές σημειώσεις και σχεδιάσματα
3. φρ. «εκ του προχείρου» — βιαστικά, χωρίς την κατάλληλη προετοιμασία, επιπόλαια
νεοελλ.-μσν.
φρ. «Πρόχειρος Νόμος» ή, απλώς, «Πρόχειρον» — νομοθετική συλλογή που εκδόθηκε περί το 869 μ. Χ. από τον αυτοκράτορα Βασίλειο Α' τον Μακεδόνα και η οποία περιέχει διατάξεις σχετικές με το οικογενειακό, το κληρονομικό, το ενοχικό και το δημόσιο δίκαιο
αρχ.
1. (για ξίφος ή μαχαίρι έξω από τη θήκη) αυτό που το κρατάει κανείς στο χέρι του γυμνό (α. «φάσγανον πρόχειρον ὠθεῑ», Ευρ.
β. «τὰς κοπίδας προχείρους ἔχοντες», Ξεν.)
2. (για μέρη του σώματος) ο αμέσως προσιτός, ο εξωτερικός
3. κοινός, συνήθης («αἱ πρόχειροι τῶν ἡδονῶν», Φίλ)
4. (για πρόσ.) έτοιμος, πρόθυμος για κάτι («σκότου δεῑ κοὐ πρόχειρος θανεῑν», Σοφ.)
5. αυτός που αντιλαμβάνεται αμέσως, ευφυής («ἐν ταῑς ὁμιλίαις εὔχαρις καὶ πρόχειρος», Πολ.)
6. εύγλωττος («τὸ προπετές καὶ πρόχειρον», Ιπποκρ.)
7. ταχύςσφοδρός... καὶ πρόχειρος», Ιπποκρ)
8. το ουδ. ως ουσ. τὸ πρόχειρον
α) το προχείριον
β) ξύλο για την ανακίνηση τῶν μαλλιών στον λέβητα βαφής
9. φρ. α) «πρόχειρον ἐστι» — είναι εύκολο να.... β) «τὰ πρόχειρα τῶν ἀπόρων» — οι προφανείς δυσκολίες
γ) «ἐκ προχείρου» — εύκολα, χωρίς καθυστέρηση ή δυσκολία.
επίρρ...
προχείρως ΝΜΑ, και πρόχειρα Ν
σύντομα, γρήγορα, χωρίς καθυστέρηση ή χωρίς μεγάλη προετοιμασία (α. «μπορώ να αναφέρω πρόχειρα τα εξής» β. «προχείρως ἀποκρίνασθαι»
Πλάτ.)
νεοελλ.
βιαστικά, άκριτα, χωρίς την απαραίτητη προετοιμασία («μίλησε πολύ πρόχειρα»)
αρχ.
1. ορμητικά («προχείρως αὐτὸν δοῡναι», Πολ.)
2. απότομα («προχείρως εἰπεῑν», Δημητρ.)
3. συνήθως ή προφανώςπροχείρως δηλούσης», Φιλόδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. προ- + -χειρος (< χείρ, χειρός), πρβλ. από-χειρος].

Greek Monotonic

πρόχειρος: -ον (χείρ),
I. 1. πρόχειρος, έτοιμος, σε Αισχύλ., Σοφ.· λέγεται για γυμνό ξίφος ή μαχαίρι, σε Σοφ., Ευρ.· λίθοις καί... ἀκοντίοις, ὡς ἕκαστός τι πρ. εἶχε, σε Θουκ.· n προχειρότατον ἔχω εἰπεῖν, σε Δημ.
2. πρόχειρόν (ἐστι), είναι εύκολο, με απαρ., σε Πλάτ. κ.λπ.
II. λέγεται για πρόσωπα, έτοιμος να κάνει κάτι, πρόθυμος, με απαρ., σε Σοφ.· με δοτ., πρ. τῇ φυγῇ, έτοιμος για φυγή, σε Ευρ.
III. επίρρ. -ρως, πρόχειρα, εκ του προχείρου, απρομελέτητα, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

πρόχειρος:
1) приготовленный, готовый (ψάλια Aesch.): πρόχειρόν τι ἔχειν Soph., Plat. иметь что-л. наготове; τὰ πρόχειρα τῶν ἀπόρων Arst. непосредственные затруднения; πρόχειρον ἄχθος δέρκομαι Soph. я вижу - надвинулось несчастье; ὡς ἕκαστός τι πρόχειρον εἶχεν Thuc. что у кого было под рукой, (тем и швыряли);
2) исполненный решимости, приготовившийся (κτανεῖν Soph.; τῇ φυγῇ Eur.): π. πρός τι Polyb., Luc. (всегда) готовый на что-л.;
3) доступный, легкий: πρόχειρόν (sc. ἐστι) Plat., ἐν προχείρῳ (sc. ἐστί) Arst. и ἐκ προχείρου Sext. легко, нетрудно;
4) общераспространенный, обыкновенный (αἱ πρόχειροι τῶν ἡδονῶν Plat.): τὰ πρόχειρα καὶ δημόσια Plat. обыкновенные и общеизвестные вещи (вопросы).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πρόχειρος -ον [πρό, χείρ] van zaken voor het grijpen, voor de hand, gereed:. ἔβαλλον... ὡς ἕκαστός τι πρόχειρον εἶχεν ze gooiden met alles wat ieder te pakken kreeg Thuc. 4.34.1; οὓς προχείρους εἶχον μύθους de verhalen die ik bij de hand had Plat. Phaed. 61b. voor de hand liggend, gewoon, alledaags:. εἴ τις ἡμᾶς τῶν φαύλων τι καὶ προχείρων ἔροιτο als iemand ons een onbeduidende en voor de hand liggende vraag zou stellen Plat. Tht. 147a. gemakkelijk: πρόχειρόν (ἐστι) met inf..; ἀντιλαβέσθαι παντὶ πρόχειρον het is voor iedereen gemakkelijk een tegenwerping te maken Plat. Sph. 251b; adv. προχείρως uit de losse hand, zonder moeite:; π. λαμβάνειν zonder moeite pakken Luc. 56.17; ongunstig voor de vuist weg, overijld:. προχείρως ἀποκρίνασθαι overhaast antwoorden Plat. Smp. 204d. van pers. bereid, klaarstaand (om):; τῇ φυγῇ πρόχειρος ἦν hij was bereid tot de vlucht Eur. HF 161; met inf.. π. κτανεῖν klaar om te doden Soph. El. 1494. haastig:. σφοδρὸς γὰρ ἦν ἐν πᾶσι καὶ πρόχειρος hij was in alles onstuimig en haastig Plut. Brut. 34.5.

Frisk Etymological English

Grammatical information: adj.
Meaning: at hand, ready, easy to provide, usual (IA.).
Derivatives: προχείρ-ιον (-ον) n. handbag (pap.), -ότης f. readiness (hell.), -ίζομαι, -ίζω to provide (oneself), to put at disposal, to choose (Att., hell.) with -ισις f. provision, accomplishment, -ισμός m. provision, choice (hell.).
Origin: GR [a formation built with Greek elements]
Etymology: Hypostasis from πρὸ χειρῶν, poss. also bahuvrihi "with the hand forward, prepared" (Sommer Nominalkomp. 108, 112, 141, Schw.-Debrunner 508).

Middle Liddell

πρό-χειρος, ον, χείρ
I. at hand, ready, Aesch., Soph.; of a drawn sword or knife, Soph., Eur.; λίθοις καὶ . . ἀκοντίοις, ὡς ἕκαστός τι πρόχειρον εἶχε Thuc.; ὃ προχειρότατον ἔχω εἰπεῖν Dem.
2. πρόχειρόν [ἐστι] it is easy, c. inf., Plat., etc.
II. of persons, ready to do, c. inf., Soph.; c. dat., πρ. τῇ φυγῇ ready for flight, Eur.
III. adv. -ρως, off-hand, readily, Plat.

Frisk Etymology German

πρόχειρος: {prókheiros}
Meaning: zur Hand, bereit, leicht zu beschaffen, gewöhnlich (ion. att.).
Derivative: Davon προχείριον (-ον) n. Handtasche (Pap.), -ότης f. Bereitschaft (hell. u. sp.), -ίζομαι, -ίζω sich zur Hand schaffen, bereitstellen, bestimmen, wählen (att., hell. u. sp.) mit -ισις f. Bereitstellung, Ausführung, -ισμός m. Bereitstellung, Wahl (hell. u. sp.).
Etymology : Hypostase aus πρὸ χειρῶν, ev. auch Bahuvrihi "mit der Hand nach vorn, bereit" (Sommer Nominalkomp. 108, 112, 141, Schw.-Debrunner 508).
Page 2,605