ράκος: Difference between revisions
Πρὸς εὖ λέγοντας οὐδὲν ἀντειπεῖν ἔχω → Loquenti bene, quod contradicam, habeo nihil → Wenn einer gut spricht, kenn' ich keinen Widerspruch
(CSV import) |
m (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)<b>πρβλ\.<\/b> (<i>)((?:(?=\p{Greek})\p{L})+)(<\/i>-<i>)((?:(?=\p{Greek})\p{L})+)(<\/i>), (<i>)((?:(?=\p{Greek})\p{L})+)(<\/i>-<i>)((?:(?=\p{Greek})\p{L})+)(<\/i>)\)" to "πρβλ. $2$4, $7$9)") |
||
(One intermediate revision by the same user not shown) | |||
Line 1: | Line 1: | ||
{{grml | {{grml | ||
|mltxt=το / [[ῥάκος]], -εος, ΝΜΑ, και ῥάκκος και αιολ. τ. [[βράκος]] Α<br /><b>1.</b> φθαρμένο και κατασχισμένο [[ένδυμα]]<br /><b>2.</b> [[κομμάτι]] παλιού υφάσματος<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>1.</b> <b>μτφ.</b> (<b>για πρόσ.</b>) αυτός που έχει εξαντληθεί σωματικά ή ψυχικά («[[μετά]] την [[κηδεία]] ήταν ένα [[ράκος]] ανθρώπινο»)<br /><b>2.</b> <b>φρ.</b> «ράκη φράσεων» — ακατάλειπτα, ασυνάρτητα απομεινάρια λέξεων, σκόρπιες λέξεις<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> [[τεμάχιο]] υφάσματος, [[ρετάλι]]<br /><b>2.</b> [[τμήμα]] δέρματος αποσπασμένο από το [[σώμα]]<br /><b>3.</b> <b>(περιλπτ.)</b> [[είδος]] [[γάζας]] από νήματα λινού υφάσματος που τοποθετείται [[πάνω]] στις πληγές, ξεντό<br /><b>4.</b> (<b>κατ' επέκτ.</b>) [[κάθε]] [[λείψανο]] ή [[απομεινάρι]] που προκαλεί [[θλίψη]] («εἰκάσαι τὸ [[ἐρείπιον]] ῥάκει οἰκίας», <b>Αριστοτ.</b>)<br /><b>5.</b> <b>στον πληθ.</b> <i>τὰ ῥάκη</i><br />οι [[ρυτίδες]] του προσώπου.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Αβέβαιης ετυμολ. Οι αιολ. τ. <i>βράκ</i>-<i>αλον</i> ( | |mltxt=το / [[ῥάκος]], -εος, ΝΜΑ, και ῥάκκος και αιολ. τ. [[βράκος]] Α<br /><b>1.</b> φθαρμένο και κατασχισμένο [[ένδυμα]]<br /><b>2.</b> [[κομμάτι]] παλιού υφάσματος<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>1.</b> <b>μτφ.</b> (<b>για πρόσ.</b>) αυτός που έχει εξαντληθεί σωματικά ή ψυχικά («[[μετά]] την [[κηδεία]] ήταν ένα [[ράκος]] ανθρώπινο»)<br /><b>2.</b> <b>φρ.</b> «ράκη φράσεων» — ακατάλειπτα, ασυνάρτητα απομεινάρια λέξεων, σκόρπιες λέξεις<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> [[τεμάχιο]] υφάσματος, [[ρετάλι]]<br /><b>2.</b> [[τμήμα]] δέρματος αποσπασμένο από το [[σώμα]]<br /><b>3.</b> <b>(περιλπτ.)</b> [[είδος]] [[γάζας]] από νήματα λινού υφάσματος που τοποθετείται [[πάνω]] στις πληγές, ξεντό<br /><b>4.</b> (<b>κατ' επέκτ.</b>) [[κάθε]] [[λείψανο]] ή [[απομεινάρι]] που προκαλεί [[θλίψη]] («εἰκάσαι τὸ [[ἐρείπιον]] ῥάκει οἰκίας», <b>Αριστοτ.</b>)<br /><b>5.</b> <b>στον πληθ.</b> <i>τὰ ῥάκη</i><br />οι [[ρυτίδες]] του προσώπου.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Αβέβαιης ετυμολ. Οι αιολ. τ. <i>βράκ</i>-<i>αλον</i> ([[πρβλ]]. [[ῥόπαλον]], [[σκύταλον]]) και [[βράκετ]](<i>ρ</i>)<i>ον</i>, που επιβεβαιώνουν την [[παρουσία]] αρκτικού <i>F</i> στο θ. της λ., θα μπορούσαν να την αναγάγουν σε ΙΕ [[ρίζα]] <i>wer</i>-<i>k</i>- > <i>wre</i>-<i>k</i>- > <i>wresk</i>- «[[ανοίγω]], [[σχίζω]], [[χαράσσω]]» (<b>πρβλ.</b> αρχ. ινδ. <i>vrścati</i> «[[σχίζω]], [[καταστρέφω]]», αρχ. σλαβ. <i>vraska</i> «[[ρυτίδα]]»)]. | ||
}} | }} | ||
{{mantoulidis | {{mantoulidis | ||
|mantxt=(=κουρέλι). Ἀβέβαιη ἡ [[ἐτυμολογία]] του. Ἴσως ἀπό τό [[ρήγνυμι]]. | |mantxt=(=[[κουρέλι]]). Ἀβέβαιη ἡ [[ἐτυμολογία]] του. Ἴσως ἀπό τό [[ρήγνυμι]]. | ||
}} | }} |
Latest revision as of 10:40, 8 May 2023
Greek Monolingual
το / ῥάκος, -εος, ΝΜΑ, και ῥάκκος και αιολ. τ. βράκος Α
1. φθαρμένο και κατασχισμένο ένδυμα
2. κομμάτι παλιού υφάσματος
νεοελλ.
1. μτφ. (για πρόσ.) αυτός που έχει εξαντληθεί σωματικά ή ψυχικά («μετά την κηδεία ήταν ένα ράκος ανθρώπινο»)
2. φρ. «ράκη φράσεων» — ακατάλειπτα, ασυνάρτητα απομεινάρια λέξεων, σκόρπιες λέξεις
αρχ.
1. τεμάχιο υφάσματος, ρετάλι
2. τμήμα δέρματος αποσπασμένο από το σώμα
3. (περιλπτ.) είδος γάζας από νήματα λινού υφάσματος που τοποθετείται πάνω στις πληγές, ξεντό
4. (κατ' επέκτ.) κάθε λείψανο ή απομεινάρι που προκαλεί θλίψη («εἰκάσαι τὸ ἐρείπιον ῥάκει οἰκίας», Αριστοτ.)
5. στον πληθ. τὰ ῥάκη
οι ρυτίδες του προσώπου.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Οι αιολ. τ. βράκ-αλον (πρβλ. ῥόπαλον, σκύταλον) και βράκετ(ρ)ον, που επιβεβαιώνουν την παρουσία αρκτικού F στο θ. της λ., θα μπορούσαν να την αναγάγουν σε ΙΕ ρίζα wer-k- > wre-k- > wresk- «ανοίγω, σχίζω, χαράσσω» (πρβλ. αρχ. ινδ. vrścati «σχίζω, καταστρέφω», αρχ. σλαβ. vraska «ρυτίδα»)].
Mantoulidis Etymological
(=κουρέλι). Ἀβέβαιη ἡ ἐτυμολογία του. Ἴσως ἀπό τό ρήγνυμι.