Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τεμάχιο

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

το / τεμάχιον, ΝΜΑ τέμαχος
τμήμα πράγματος που έχει κοπεί, διαιρεθεί ή σπάσει, κομμάτι (α. «τεμάχιο άρτου» β. «τεμάχιο οικοπέδου» γ. «κατὰ τεμάχια πλεῑστα διαιρεθῆναι», Γρηγορ. Ν.
δ. «ἄτε τεμάχια ὄντα τοῡ ἄρρενος», Πλάτ.).
νεοελλ.
1. συνεκδ. ένα από τα πολλά χωριστά πράγματα που συγκροτούν ένα σύνολο («η συλλογή αποτελείται από πολλά εξαιρετικά τεμάχια»)
2. μουσ. μουσική σύνθεση, αυτοτελής μελωδία
3. στοιχειοθετημένη τυπογραφική ύλη πριν από την σελιδοποίηση.