Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τεμάχιο

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

το / τεμάχιον, ΝΜΑ τέμαχος
τμήμα πράγματος που έχει κοπεί, διαιρεθεί ή σπάσει, κομμάτι (α. «τεμάχιο άρτου» β. «τεμάχιο οικοπέδου» γ. «κατὰ τεμάχια πλεῑστα διαιρεθῆναι», Γρηγορ. Ν.
δ. «ἄτε τεμάχια ὄντα τοῡ ἄρρενος», Πλάτ.).
νεοελλ.
1. συνεκδ. ένα από τα πολλά χωριστά πράγματα που συγκροτούν ένα σύνολο («η συλλογή αποτελείται από πολλά εξαιρετικά τεμάχια»)
2. μουσ. μουσική σύνθεση, αυτοτελής μελωδία
3. στοιχειοθετημένη τυπογραφική ύλη πριν από την σελιδοποίηση.