Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ῥάκος

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ῥάκος Medium diacritics: ῥάκος Low diacritics: ράκος Capitals: ΡΑΚΟΣ
Transliteration A: rhákos Transliteration B: rhakos Transliteration C: rakos Beta Code: r(a/kos

English (LSJ)

[ᾰ], εος, τό,

   A ragged, tattered garment, δὸς ῥ. ἀμφιβαλέσθαι Od. 6.178, cf. 13.434, 14.342,349 (never in Il.); ἀνθ' ἱματίου μὲν ἔχειν ῥ. Ar.Pl.540; ῥ. φορεῖ Antiph.204.6, PPetr.3p.115 (iii B.C.), cf. Philem. 146: freq. in pl. ῥάκεα, Att. ῥάκη, rags, tatters, Od.14.512, 18.67,74, 19.507,al., Hdt.3.129, S.Ph.39,274; ἐν ῥάκεσι περιφθείρεσθαι Isoc.Ep. 9.10.    2 generally, strip of cloth, ῥάκεα φοινίκεα Hdt.7.76, cf. Ev.Matt.9.16, Arr.Tact.35.3: even a strip of flesh, σώματος ῥ. A.Pr. 1023.    3 collectively, rag, lint, Hp.Morb.2.36; ῥάκη λινᾶ Dsc.5.75.15.    II in pl. also, rents in the face, wrinkles, Ar.Pl.1065.    III metaph., rag, remnant, εἰκάσαι τὸ ἐρείπιον ῥάκει οἰκίας Anon. ap. Arist. Rh.1413a6; of an old seaman, ἁλίοιο βίου ῥ. AP9.242 (Antiphil.), cf. 7.380 (Crin.), Luc.Tim.32.—The Aeol. form βράκος (q.v.), used of a garment, lacks the sense 'ragged'.

German (Pape)

[Seite 833] τό, 1) zerrissenes, zerlumptes, zerfetztes Kleid, Lumpen, Fetzen; oft in der Od.; ῥάκος ἀμφιβαλέσθαι, 6, 178. 13, 434 u. sonst; ζώσατο μὲν ῥάκεσιν περὶ μήδεα, 18, 67; übh. ein Stück Zeug, ῥάκεα φοινίκια, Her. 7, 76. Auch wie bei uns übrtr., διαρταμήσει σώματος μέγα ῥάκος, Aesch. Prom. 1025, θάλπεται ῥάκη, Soph. Phil. 39. 274, ἀμφίβληστρα σώματος ῥάκη, Eur. Hel. 1085; Ar. Plut. 540 Ran. 406 u. öfter; ῥάκος πολυσχιδές, Luc. merc. cond. 39 u. öfter; Plut. u. a. Sp. – 2) die Runzeln im Gesicht, vgl. Ar. Plut. 1064, εἰ δ' ἐκπλυνεῖται τοῦτο τὸ ψιμύθιον, wenn sie die Schminke aus-, abwaschen wird, ὄψει κατάδηλα τοῦ προσώπου τὰ ῥάκη, wo der Schol. τὰς ῥυτίδας erkl.; Antiphil. 41 (IX, 242) nennt einen alten Schiffer μυριέτης ἁλίοιο βίοιο ῥάκος, einen Fetzen, Ueberbleibsel, Trümmer; vgl. Luc. Tim. 32; Jac. A. P. p. 308. – S. auch βράκος.

Greek (Liddell-Scott)

ῥάκος: [ᾰ], εος, τό, ἔνδυμα ἐσχισμένον καὶ ἐφθαρμένον, ῥάκος ἀμφιβαλέσθαι Ὀδ. Ζ. 178, πρβλ. Ν. 434, Ξ. 342, 349· ἀνθ’ ἱματίου μὲν ἔχειν ῥάκος Ἀριστοφ. Πλοῦτ. 540· ῥάκος φορεῖ Ἀντιφάνης ἐν «Στρατιώτῃ» 1. 6, πρβλ. Φιλήμ. ἐν Ἀδήλ. 53· ― συχν. ἐν τῷ πληθ. ῥάκεα, Ἀττ. ῥάκη, ἐφθαρμένα καὶ ἐσχισμένα ἐνδύματα, «κουρέλια», Ὀδ. Ξ. 512, Σ. 67, 74, Τ. 507, κ. ἀλλ., Ἡρόδ. 3. 129, Σοφ. Φιλ. 39, 274· (οὐδαμοῦ ἐν τῇ Ἰλ.). 2) καθόλου, λωρὶς ἢ ταινία ὑφάσματος, ῥάκεα φοινίκεα Ἡρόδ. 7. 76· ἔτι δὲ καὶ λωρὶς σαρκός, τεμάχιον ἀπεσπασμένον, σώματος ῥ Αἰσχύλ. Πρ. 1023. 3) περιληπτικῶς, τεμάχιον παλαιοῦ ὑφάσματος, μοτόν, ξαντόν, Ἱππ. 472. 30, Διοσκ. κλ. ΙΙ ἐν τῷ πληθ. ὡσαύτως, ῥυτίδες τοῦ προσώπου, Ἀριστοφ. Πλοῦτ. 1065. ΙΙΙ. μεταφορ., ῥάκος, λείψανον, ὑπόλοιπον, εἰκάσαι τὸ ἐρείπιον ῥάκει οἰκίας Ἀνώνυμ. παρ’ Ἀριστ. ἐν Ρητορ. 3. 11, 13· ἐπὶ γέροντος ναύτου, ἁλίοιο βίου ῥάκος Ἀνθ. Π. 9. 242, πρβλ. 7, 380, Λουκ. Τίμ. 32. ― Ὁ Αἰολ. τύπος βράκος (ὃ ἴδε) δὲν ἔχει τὴν περιφρονητικὴν σημασίαν. (Ὁ Αἰολ. οὗτος τύπος ὡς καὶ ἡ σημασία τῆς λέξεως ὑποδεικύουσιν ἐτυμολογίαν ἐκ τῆς ϜΡΑΓ (ἴδε ῥήγνυμι)· ἀλλ’ ἡ ἐναλλαγὴ τοῦ γ καὶ κ δὲν εἶναι ἀναμφισβητήσιμος· ὁ δὲ Κούρτ. προτιμᾷ νὰ ἀναφέρῃ τὴν λέξιν ῥάκος εἰς τὴν αὐτὴν ῥίζαν εἰς ἣν καὶ τὰς λέξεις λάκος, λακίς, lacero, lacerna, πρβλ. Σανσκρ. vra←ќ (scindere) Ἀλλ’ ὅμωςχρῆσις τοῦ ῥακόομαι, ῥάκωσις, παραβαλλομένου πρὸς τὸ Λατ. ruga (vruga), Ἀγγλο-Σαξον. wrinc-le, διακιολογεῖ μᾶλλον τὴν παλαιὰν ἐτυμολογίαν).

French (Bailly abrégé)

ion. -εος, att. -ους (τό) :
1 morceau d’étoffe déchiré, haillon, loque ; en gén. morceau d’étoffe, lambeau ; p. anal. lambeau de chair;
2 p. ext. débris, ruines (d’une maison) ; fig. en parl. de pers.
3 ride.
Étymologie: apparenté à λακίς, de la R. Λακ déchirer ; cf. lat. lacero.

English (Autenrieth)

εος (ϝρ.): ragged garment, tatters. (Od.)

Spanish

trozo, tira de tela, ropa

English (Strong)

from ῥήγνυμι; a "rag," i.e. piece of cloth: cloth.

Greek Monolingual

το / ῥάκος, -εος, ΝΜΑ, και ῥάκκος και αιολ. τ. βράκος Α
1. φθαρμένο και κατασχισμένο ένδυμα
2. κομμάτι παλιού υφάσματος
νεοελλ.
1. μτφ. (για πρόσ.) αυτός που έχει εξαντληθεί σωματικά ή ψυχικά («μετά την κηδεία ήταν ένα ράκος ανθρώπινο»)
2. φρ. «ράκη φράσεων» — ακατάλειπτα, ασυνάρτητα απομεινάρια λέξεων, σκόρπιες λέξεις
αρχ.
1. τεμάχιο υφάσματος, ρετάλι
2. τμήμα δέρματος αποσπασμένο από το σώμα
3. (περιλπτ.) είδος γάζας από νήματα λινού υφάσματος που τοποθετείται πάνω στις πληγές, ξεντό
4. (κατ' επέκτ.) κάθε λείψανο ή απομεινάρι που προκαλεί θλίψη («εἰκάσαι τὸ ἐρείπιον ῥάκει οἰκίας», Αριστοτ.)
5. στον πληθ. τὰ ῥάκη
οι ρυτίδες του προσώπου.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Οι αιολ. τ. βράκ-αλον (πρβλ. ῥόπ-αλον, σκύτ-αλον) και βράκετ(ρ)ον, που επιβεβαιώνουν την παρουσία αρκτικού F στο θ. της λ., θα μπορούσαν να την αναγάγουν σε ΙΕ ρίζα wer-k- > wre-k- > wresk- «ανοίγω, σχίζω, χαράσσω» (πρβλ. αρχ. ινδ. vrścati «σχίζω, καταστρέφω», αρχ. σλαβ. vraska «ρυτίδα»)].

Greek Monotonic

ῥάκος: [ᾰ], -εος, τό,
I. 1. κουρελιασμένο ένδυμα, κουρέλι, σε Ομήρ. Οδ., Αριστοφ.· στον πληθ., ῥάκεα, Αττ. ῥάκη, κουρέλια, σε Ομήρ. Οδ., Ηρόδ. κ.λπ.
2. γενικά, λωρίδα, ταινία υφάσματος, πανί, σε Ηρόδ.· κομμάτι, τεμάχιο σάρκας, σε Αισχύλ.
II. σε πληθ., ζάρες, ρυτίδες προσώπου, σε Αριστοφ.
III. μεταφ., κουρέλι, απομεινάρι, λείψανο, υπόλοιπο, σε Ανώνυμ. παρ' Αριστ.· λέγεται, επίσης, για γέρο ναυτικό, ἁλίοιο βίου ῥάκος, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

ῥάκος: εος (ᾰ) τό
1) тж. pl. лохмотья, тряпье, лоскутья Hom., Soph., Arph.;
2) pl. складки, морщины (τὰ ῥάκη τοῦ προσώπου Arph.);
3) перен. обрывок, обломок Luc.: ἁλίοιο βίου ῥ. Anth. обломок мореходной жизни, т. е. старый моряк.

Frisk Etymological English

Grammatical information: n.
Meaning: rag, schred, wrinkles, remnants (Od.).
Other forms: often pl. ῥάκεα, .
Compounds: As 1. member in ῥακό-δυτος prop. clothed in rags, shabby (E. in lyr.).
Derivatives: 1. Dimin. ῥάκιον, pl. -ια n. (Ar. a.o.); 2. ῥακώματα pl. = ῥάκη (Ar.; enlarged, Chantraine Form. 187); 3. ἀπορ<ρ>ακίσματα H. to ῥάκη (: *ἀπο-ρρακίζειν); 3. adj. ῥάκ-ινος (hell. inscr.), -όεις (AP), -ώδης (D. C., AP ) tattered, wrinkled; 4. Uncertain (spoiled Debrunner IF 23, 14) ῥακωλέον ῥάκος H. (: ῥωγαλέος a.o.); 5. Denom. vb. ῥακ-όομαι to become ragged, wrinkled (Hp., Plu.) with -ωσις f. wrinkling, wrinkledness (Sor.).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: For ῥάκεα, stands Aeol. βράκ-εα (Sapph. 57), (Theoc. 28, 11), but in the sense of (long) ladies garments'; to this βράκος κάλαμος, ἱμάτιον πολυτελές H. Other formation: βράκαλον ῥόπαλον, βράκετον δρέπανον, κλαδευτήριον H.; cf. (without dissim.) ῥάκετρον chopping-knife (Poll.; v. l. ῥάχ- [after ῥάχις]) with -ετρίζω split, cut through (Pl. Com.). The deviating meaning ladies garments' creates doubt whether βράκεα, -ος in this sense belong here (s. Belardi Doxa 3, 199 f. with another, very doubtful etymology). The other words can be connected without difficulty with ῥάκος from Ϝράκος, with βράκαλον after ῥόπαλον, σκύταλον; βράκετ(ρ)ον seems to be a primary nom. instr., which like ῥάκος presupposes a primary verb, approx. aor. 2. *ῥακεῖν. -- No connection outside Greek. Old is the comparison with Skt. vrścáti hew, fell (trees), split, with yūpa-vrask-á- post-cutter and the ptc. vr̥k-ṇá- hewn, felled, which may stand for *vr̥ṣk-ṇá- and so makes a possible basis *ur̥k-nó- (= Gr. *Ϝρακ-) unnecessary. The from this reconstructed IE *u̯resk-, *u̯rosk- has a variant in the Slav. word for rumple (cf. ῥάκος, also rumple), e.g. Russ.-CSl. vraska from *u̯orsk-ā. Toch. A wraske disease is phonetically unclear and lies semant. far off. For IE *u̯resk-, u̯ersk- one could reconstruct an older *u̯reḱ-sk-, *u̯erḱ-sk-, through which the connections with u̯r̥ḱ- in ῥάκος would be established. An IE *u̯r̥ḱ- can however be found in the Indo-Iran. word for tree (prop. *'a felled tree'), Skt. vr̥kṣá-, Av. varǝša- m., IE *u̯r̥ḱ-s-o- beside *u̯r̥ḱ-os- in ῥάκος (s. Lidén in WP. 1, 286); then we have to abandon vr̥k-ṇá- < IE *u̯rk-nó-. -- Cf. WP. l.c., Pok. 1163 (m. Lit.). Older lit. in Bq. -- Cf. ῥίνη, ῥινός.

Middle Liddell

ῥά˘κος, ος, εος, τό,
I. a ragged garment, a rag, Od., Ar.: in pl. ῥάκεα, attic ῥάκη, rags, tatters, Od., Hdt., etc.
2. generally, a strip of cloth, Hdt.: a strip of flesh, Aesch.
II. in pl. rents in the face, wrinkles, Ar.
III. metaph. a rag, remnant, Anon. ap. Arist.; of an old seaman, ἁλίοιο βίου ῥάκος Anth.

Frisk Etymology German

ῥάκος: {rhákos}
Forms: oft pl. ῥάκεα, -η
Grammar: n.
Meaning: Lumpen, Fetzen, Runzeln, Trümmer (seit Od.).
Composita : Als Vorderglied in ῥακόδυτος eig. in Lumpen gekleidet, lumpig (E. in lyr.).
Derivative: Davon 1. Demin. ῥάκιον, pl. -ια n. (Ar. u.a.); 2. ῥακώματα pl. = ῥάκη (Ar.; Erweiterung, Chantraine Form. 187); 3. ἀπορ<ρ>ακίσματα H. zu ῥάκη (: *ἀπορρακίζειν); 3. Adj. ῥάκινος (hell. Inschr.), -όεις (AP), -ώδης (D. C., AP u.a.) zerlumpt, runzelig; 4. Unsicher (verderbt Debrunner IF 23, 14) ῥακωλέον· ῥάκος H. (: ῥωγαλέος u.a.); 5. Denom. Vb. ῥακόομαι zerfetzt, runzelig werden (Hp., Plu. u.a.) mit -ωσις f. das Runzeln, Runzeligkeit (Sor. u. a.).
Etymology : Für ῥάκεα, -η steht äol. βράκεα (Sapph. 57), -η (Theok. 28, 11), aber im Sinn von ‘(lange) Frauengewänder’; dazu βράκος· κάλαμος, ἱμάτιον πολυτελές H. Andere Bildung: βράκαλον· ῥόπαλον, βράκετον· δρέπανον, κλαδευτήριον H.; vgl. (ohne Dissim.) ῥάκετρον Hackmesser (Poll.; v. l. ῥάχ- [nach ῥάχις) mit -ετρίζω spalten, durchschneiden (Pl. Kom.). Die abweichende Bed. Frauengewänder ist geeignet, Zweifel an der Zugehörigkeit von βράκεα, -ος in diesem Sinn zu erwecken (s. Belardi Doxa 3, 199 f. mit einer anderen, sehr fraglichen Etymologie). Die übrigen Wörter reihen sich unschwer an ῥάκος aus ϝράκος, wobei βράκαλον nach Muster von ῥόπαλον, σκύταλον geschaffen wurde; βράκετ(ρ)ον scheint ein primäres Nom. instr. zu sein, das wie ῥάκος ein primäres Verb, etwa Aor. 2. *ῥακεῖν voraussetzt. — Unmittelbare außergriech. Entsprechung fehlt. Alt ist der Vergleich mit aind. vrścáti ‘hauen, fällen (Bäume), zerhauen, spalten’, wozu yūpa-vrask-á- Pfostenhauer und das Ptz. vr̥k-ṇá- gehauen, gefällt, das für *vr̥ṣk-ṇá- stehen kann und mithin eine an sich mögliche idg. Grundform *ŭr̥k-- (= gr. *ϝρακ-) überflüssig macht. Das daraus erschlossene idg. *u̯resq-, *u̯rosq- hat eine Variante im slav. Wort für Runzel (vgl. ῥάκος, auch Runzel), z.B. russ.-ksl. vraska aus *u̯orsq-ā. Toch. A wraske Krankheit (Duchesne-Guillemin BSL 41, 147) ist lautlich mehrdeutig und liegt semantisch fern. Für idg. u̯resq-, u̯ersq- läßt sich ein älteres *u̯reḱ-sq-, *u̯erḱ-sq- konstruieren, wodurch die Verbindung mit u̯r̥ḱ- in ῥάκος hergestellt wäre. Man ist jedoch eher geneigt, an uralte Kreuzungen oder Entgleisungen zu glauben. Ein idg. u̯r̥ḱ- kann indessen im indoiran. Wort für Baum (eig. *’gefällter Baum’), aind. vr̥kṣá-, aw. varəša- m., idg. *u̯r̥ḱ-s-o- neben *u̯r̥ḱ-os- in ῥάκος, stecken (s. Lidén bei WP. 1, 286, wo unbegründeter Zweifel); dabei muß man auf vr̥k-ṇá- aus idg. *u̯r̥q-- endgültig verzichten. — Weitere, ganz entlegene Anknüpfungen an u̯er- aufreißen (m. verschiedenen Erweiterungen) bei WP. a.O., Pok. 1163 (m. Lit.). Ältere Lit. auch bei Bq. — Vgl. ῥίνη, ῥινός.
Page 2,640-641

Chinese

原文音譯:?£koj 拉可士 5708
詞類次數:名詞(2)
原文字根:裂開(物)
字義溯源:碎布,破布,布片,布;源自(ῥάσσω / ῥήγνυμι / ῥήσσω)*=破裂)
出現次數:總共(2);太(1);可(1)
譯字彙編
1) 布(2) 太9:16; 可2:21