ἀνεπίστροφος: Difference between revisions
ζηλοῦτε δὲ τὰ χαρίσματα τὰ μείζονα. Καὶ ἔτι καθ᾽ ὑπερβολὴν ὁδὸν ὑμῖν δείκνυμι (1 Corinthians 12:31) → But go ahead and strive for the greater gifts. And I'm about to show you a still more excellent way.
m (Text replacement - "<b class="b2">([\w]+ [\w]+ [\w]+ [\w]+)<\/b>" to "$1") |
m (LSJ1 replacement) |
||
(6 intermediate revisions by the same user not shown) | |||
Line 8: | Line 8: | ||
|Transliteration C=anepistrofos | |Transliteration C=anepistrofos | ||
|Beta Code=a)nepi/strofos | |Beta Code=a)nepi/strofos | ||
|Definition= | |Definition=ἀνεπίστροφον,<br><span class="bld">A</span> = [[ἀνεπίστρεπτος]], [[αὐχήν]] Ar.Byz.''Epit.''100.10; ἀ. πρός τι Simp.in de An.79.5; τινός Eustr.''in EN''110.2; <b class="b3">ἀ. τι ἔχειν</b> to be [[inattentive to]], Sophon. in de An.20.34. Adv. [[ἀνεπιστρόφως]] dub. in Hdn. 7.10.4; <b class="b3">ἀ. κρέμασθαι</b>, of a bat, Trypho ''Trop.''1.4.<br><span class="bld">2</span> [[not capable of inversion]], Procl.''Inst.''44. | ||
}} | |||
{{DGE | |||
|dgtxt=-ον<br /><b class="num">I</b> <b class="num">1</b>[[que no se vuelve]], [[αὐχήν]] Ar.Byz.<i>Epit</i>.100.10, εἰ γὰρ τῇ μὲν ἐνεργείᾳ δύναται ἐπιστρέφεσθαι πρὸς ἑαυτό, τῇ δὲ οὐσίᾳ ἀνεπίστροφον ὑπάρχοι pues si pudiera por su actividad volverse sobre sí mismo, pero por su esencia resultara incapaz de reversión</i> Procl.<i>Inst</i>.44<br /><b class="num">•</b>fig. [[desdeñoso]], [[indiferente]] πρὸς τὰ κρείττω Simp.<i>in de An</i>.79.5, τὰς περὶ τὸ σῶμα ἐνεργείας ἀνεπιστρόφους Sophon.<i>in de An</i>.20.34, ἀνεπιστρόφῳ τῶν χειρόνων ψυχῇ Eustr.<i>in EN</i> 110.2.<br /><b class="num">2</b> [[que no se vuelve atrás]] fig. [[inflexible]] ἐπὶ τοῦ συντόνου καὶ ἀνεπιστρόφου con (espíritu) vehemente e inflexible</i> Dion.Ar.<i>CH</i> M.3.144A.<br /><b class="num">3</b> [[de donde no hay retorno]] οἰκία μοι νεκύων ἀνεπίστροφα <i>IMEG</i> 33.23 (II d.C.).<br /><b class="num">II</b> adv. <br /><b class="num">1</b> [[sin volverse]], [[indiferentemente]] ἀ. κρέμασθαι Trypho <i>Trop</i>.p.194.<br /><b class="num">2</b> [[inflexiblemente]] ἀ. ἄρξας Hdn.7.10.4, ἀ. καὶ ἀκλινῶς πορευόμενοι Dion.Ar.<i>CH</i> M.3.337C. | |||
}} | }} | ||
{{pape | {{pape | ||
Line 15: | Line 18: | ||
{{ls | {{ls | ||
|lstext='''ἀνεπίστροφος''': -ον, = [[ἀνεπίστρεπτος]], Φωτ. Βιβλ. 544. 3· τινὸς Εὐστ. Πονημάτ. 134. 2, κτλ. - Ἐπίρρ. -φως, ἀμφ. παρ’ Ἡρωδιαν. 7. 10. | |lstext='''ἀνεπίστροφος''': -ον, = [[ἀνεπίστρεπτος]], Φωτ. Βιβλ. 544. 3· τινὸς Εὐστ. Πονημάτ. 134. 2, κτλ. - Ἐπίρρ. -φως, ἀμφ. παρ’ Ἡρωδιαν. 7. 10. | ||
}} | }} | ||
{{grml | {{grml | ||
|mltxt=-η, -ο (AM [[ἀνεπίστροφος]], -ον)<br /><b>νεοελλ.</b><br />αυτός που δεν έχει ή δεν πρόκειται να επιστραφεί (για χρήματα)<br /><b>μσν.</b><br />[[πείσμων]], [[αμετατόπιστος]]<br /><b>αρχ.-μσν.</b><br />[[εκείνος]] που δεν γυρίζει [[προς]] τα [[πίσω]]<br /><b>αρχ.</b><br />ο [[αμελής]], ο [[αδιάφορος]]. | |mltxt=-η, -ο (AM [[ἀνεπίστροφος]], -ον)<br /><b>νεοελλ.</b><br />αυτός που δεν έχει ή δεν πρόκειται να επιστραφεί (για χρήματα)<br /><b>μσν.</b><br />[[πείσμων]], [[αμετατόπιστος]]<br /><b>αρχ.-μσν.</b><br />[[εκείνος]] που δεν γυρίζει [[προς]] τα [[πίσω]]<br /><b>αρχ.</b><br />ο [[αμελής]], ο [[αδιάφορος]]. | ||
}} | }} |
Latest revision as of 10:29, 25 August 2023
English (LSJ)
ἀνεπίστροφον,
A = ἀνεπίστρεπτος, αὐχήν Ar.Byz.Epit.100.10; ἀ. πρός τι Simp.in de An.79.5; τινός Eustr.in EN110.2; ἀ. τι ἔχειν to be inattentive to, Sophon. in de An.20.34. Adv. ἀνεπιστρόφως dub. in Hdn. 7.10.4; ἀ. κρέμασθαι, of a bat, Trypho Trop.1.4.
2 not capable of inversion, Procl.Inst.44.
Spanish (DGE)
-ον
I 1que no se vuelve, αὐχήν Ar.Byz.Epit.100.10, εἰ γὰρ τῇ μὲν ἐνεργείᾳ δύναται ἐπιστρέφεσθαι πρὸς ἑαυτό, τῇ δὲ οὐσίᾳ ἀνεπίστροφον ὑπάρχοι pues si pudiera por su actividad volverse sobre sí mismo, pero por su esencia resultara incapaz de reversión Procl.Inst.44
•fig. desdeñoso, indiferente πρὸς τὰ κρείττω Simp.in de An.79.5, τὰς περὶ τὸ σῶμα ἐνεργείας ἀνεπιστρόφους Sophon.in de An.20.34, ἀνεπιστρόφῳ τῶν χειρόνων ψυχῇ Eustr.in EN 110.2.
2 que no se vuelve atrás fig. inflexible ἐπὶ τοῦ συντόνου καὶ ἀνεπιστρόφου con (espíritu) vehemente e inflexible Dion.Ar.CH M.3.144A.
3 de donde no hay retorno οἰκία μοι νεκύων ἀνεπίστροφα IMEG 33.23 (II d.C.).
II adv.
1 sin volverse, indiferentemente ἀ. κρέμασθαι Trypho Trop.p.194.
2 inflexiblemente ἀ. ἄρξας Hdn.7.10.4, ἀ. καὶ ἀκλινῶς πορευόμενοι Dion.Ar.CH M.3.337C.
German (Pape)
[Seite 225] = ἀνεπίστρεπτος, Sp.; auch adv., Herodian. 7. 10, 7.
Greek (Liddell-Scott)
ἀνεπίστροφος: -ον, = ἀνεπίστρεπτος, Φωτ. Βιβλ. 544. 3· τινὸς Εὐστ. Πονημάτ. 134. 2, κτλ. - Ἐπίρρ. -φως, ἀμφ. παρ’ Ἡρωδιαν. 7. 10.
Greek Monolingual
-η, -ο (AM ἀνεπίστροφος, -ον)
νεοελλ.
αυτός που δεν έχει ή δεν πρόκειται να επιστραφεί (για χρήματα)
μσν.
πείσμων, αμετατόπιστος
αρχ.-μσν.
εκείνος που δεν γυρίζει προς τα πίσω
αρχ.
ο αμελής, ο αδιάφορος.