Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μεγαλοσθενής: Difference between revisions

From LSJ

Οὐ γὰρ ἀργίας ὤνιονὑγίεια καὶ ἀπραξίας, ἅ γε δὴ μέγιστα κακῶν ταῖς νόσοις πρόσεστι, καὶ οὐδὲν διαφέρει τοῦ τὰ ὄμματα τῷ μὴ διαβλέπειν καὶ τὴν φωνὴν τῷ μὴ φθέγγεσθαι φυλάττοντος ὁ τὴν ὑγίειαν ἀχρηστίᾳ καὶ ἡσυχίᾳ σῴζειν οἰόμενος → For health is not to be purchased by idleness and inactivity, which are the greatest evils attendant on sickness, and the man who thinks to conserve his health by uselessness and ease does not differ from him who guards his eyes by not seeing, and his voice by not speaking

Plutarch, Advice about Keeping Well, section 24
(6_7)
(Bailly1_3)
Line 15: Line 15:
{{ls
{{ls
|lstext='''μεγᾰλοσθενής''': -ές, ὁ ἔχων μέγα [[σθένος]], μεγάλην ἰσχύν, ἐξόχως [[ἰσχυρός]], [[δυνατός]], Ὁμ. Ἐπιγράμμ. 6, Πινδ. Ο. 6, 21, Κόριννα 2· -σθενέτης ἐν Ἀπολλιναρ. Μεταφρ. σ. 284· ― μεγαλόσθενος, Χρησμ. Σιβυλλ. 5, 585.
|lstext='''μεγᾰλοσθενής''': -ές, ὁ ἔχων μέγα [[σθένος]], μεγάλην ἰσχύν, ἐξόχως [[ἰσχυρός]], [[δυνατός]], Ὁμ. Ἐπιγράμμ. 6, Πινδ. Ο. 6, 21, Κόριννα 2· -σθενέτης ἐν Ἀπολλιναρ. Μεταφρ. σ. 284· ― μεγαλόσθενος, Χρησμ. Σιβυλλ. 5, 585.
}}
{{bailly
|btext=ής, ές :<br />doué d’une grande force.<br />'''Étymologie:''' [[μέγας]], [[σθένος]].
}}
}}

Revision as of 19:32, 9 August 2017

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: μεγᾰλοσθενής Medium diacritics: μεγαλοσθενής Low diacritics: μεγαλοσθενής Capitals: ΜΕΓΑΛΟΣΘΕΝΗΣ
Transliteration A: megalosthenḗs Transliteration B: megalosthenēs Transliteration C: megalosthenis Beta Code: megalosqenh/s

English (LSJ)

ές,

   A of great strength, Hom.Epigr.6, Pi.P.6.21, Corinn.2, LXX 3 Ma.5.13; epith. of Horus, Herm. ap. Stob.1.49.44; of Heracles, IG5(1).1119 (Geronthrae).

German (Pape)

[Seite 107] ές, von großer Stärke; Ἥρα, Pind. N. 7, 2, Πηλείδης, P. 6, 21, Poseidon, Hom. ep. 6, 1.

Greek (Liddell-Scott)

μεγᾰλοσθενής: -ές, ὁ ἔχων μέγα σθένος, μεγάλην ἰσχύν, ἐξόχως ἰσχυρός, δυνατός, Ὁμ. Ἐπιγράμμ. 6, Πινδ. Ο. 6, 21, Κόριννα 2· -σθενέτης ἐν Ἀπολλιναρ. Μεταφρ. σ. 284· ― μεγαλόσθενος, Χρησμ. Σιβυλλ. 5, 585.

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
doué d’une grande force.
Étymologie: μέγας, σθένος.